Ανθολογία Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας AUThors

Size: px
Start display at page:

Download "Ανθολογία Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας AUThors"

Transcription

1

2 Σ ε λ ί δ α 2

3 Σ ε λ ί δ α 3 Α Πανελλήνιος Διαγωνισμός Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας

4 Σ ε λ ί δ α 4 AUThors Α Πανελλήνιος Διαγωνισμός Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας Διακριθέντα και Συμμετέχοντα Κείμενα 1 ου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας

5 Σ ε λ ί δ α 5 Συντελεστές της έκδοσης: Η αξιολόγηση των κειμένων που περιέχονται στην παρούσα έκδοση έγινε από την κριτική επιτροπή του 1 ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας Μέλη της κριτικής επιτροπής είναι ανά κατηγορία: Ποίηση Αντωνία Τόνια Μποτονάκη, συγγραφέας ποιήτρια Αριστείδης Κλειώτης, ακαδημαϊκός ερευνητής και ποιητής Γιώργης Σαράτσης, ποιητής - συγγραφέας Δούκισσα Βουλτσίδου, δικηγόρος- απόφοιτος Δημοσιογραφίας ΑΠΘ Μαρίνα Γαλανού, πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ), ιδρύτρια του Πολύχρωμου Πλανήτη, ακτιβίστρια Sam Albatros, διδάκτωρ γνωσιακής νευροεπιστήμης, University College London Διήγημα Δούκισσα Βουλτσίδου, δικηγόρος- απόφοιτος Δημοσιογραφίας ΑΠΘ Μαρίνα Γαλανού, πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ), ιδρύτρια του Πολύχρωμου Πλανήτη, ακτιβίστρια Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη, διδάσκουσα Τμήματος Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων και Βιομηχανιών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας/Διδάσκουσα ΣΕΠ, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Σοφία Νικολαΐδου, συγγραφέας Θέατρο Αντωνία Μποτονάκη, συγγραφέας ποιήτρια Κατερίνα Κίτση-Μυτάκου, καθηγήτρια Αγγλικής Λογοτεχνίας, Πολιτισμού και Σπουδών Φύλου, τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ Μαρία Ριστάνη, θεατρολόγος, διδάσκουσα Αγγλικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού, τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ Μαρίνα Γαλανού, πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ), ιδρύτρια του Πολύχρωμου Πλανήτη, ακτιβίστρια

6 Σ ε λ ί δ α 6 Συντονισμός δράσης του 1 ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας AUThors: Αντώνιος Κίτσιος Καλλιτεχνική επιμέλεια έκδοσης: Αντώνιος Κίτσιος 2021

7 Σ ε λ ί δ α 7 AUThors Α Πανελλήνιος Διαγωνισμός Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας Διακριθέντα και Συμμετέχοντα Κείμενα 1 ου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2021

8 Σ ε λ ί δ α 8

9 Σ ε λ ί δ α 9 Στη Μαρίνα Γαλανού

10 Σ ε λ ί δ α 10

11 Σ ε λ ί δ α 11 σε αγνάντευα κρυφά από τον καθρέφτη: τα μαλλιά σου μεταξένια, λιναρένια, από την πνοή του αέναου ξανθού ήλιου χαϊδεμένα τα ακροδάκτυλά σου κομψά, λεπτεπίλεπτα, με την αβρότητα τη θεάς Αφροδίτης καμωμένα ακουμπούν απαλά τα γράμματα της γραφομηχανής, αποτυπώνουν τις σκέψεις σου στο χαρτί με πραότητα αναψυχής επιτέλους ζεις: τα όνειρά σου ανθίζουν, τα μάτια σου λαμπυρίζουν, τα μάγουλά σου ροδίζουν, τα χείλη σου σφραγίζουν τις πύλες της συγγραφικής με τη ζεστή πνοή της ζωής Αριστείδης Κλειώτης - αντανακλώντας το μέλλον

12 Σ ε λ ί δ α 12 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Χαιρετισμός και Ευχαριστίες του Συντονιστή της AUThors, Αντώνιου Κίτσιου ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΟΙΗΣΗ 18 Διακριθέντα Έργα Συμμετέχοντα Έργα ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 48 Διακριθέντα Έργα Συμμετέχοντα Έργα ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΘΕΑΤΡΟ 87 Διακριθέντα Έργα ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 287 Συμμετέχοντα Έργα ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ ΝΟΥΒΕΛΑ 292 Συμμετέχοντα Έργα Βιβλιογραφία

13 Σ ε λ ί δ α 13

14 Σ ε λ ί δ α 14 Χαιρετισμός και Ευχαριστίες Φεμινισμός, Κουήρ και Λογοτεχνία. Τρεις λέξεις βαρυσήμαντες το μέγεθος των οποίων ούτε προδίδεται ούτε και συλλαμβάνεται από τις λίγες αράδες που μετουσιώθηκαν σε συλλαβές για να τις καθ-ορίσουν. Εύκολα, μάλιστα, ο ίδιος ο ορισμός τους καταλήγει σε παρωδία αν προσπαθούσαμε εδώ και τώρα να προσποιηθούμε πως γνωρίζουμε με σαφήνεια το πού ξεκινά και το πού τελειώνει ένα φάσμα δίχως τέλος ή αρχή. Ξεκινάμε, λοιπόν, να διαβάζουμε φεμινιστική και κουήρ λογοτεχνία με τούτη την παραδοχή πως αυτό που διαβάζουμε είναι αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο που σαφώς αντανακλά τη ματαιότητα της φύσης της ίδιας της φεμινιστικής ή της κουήρ ταυτότητας εκτός του εξιδανικευμένου πλαισίου λογοτεχνικής της αναφοράς. Ένα αδιέξοδο που αντανακλάται στα σώματα και στις ιδέες ανθρώπων που επιμένουν σθεναρά να αποτάσσουν εκείνο το πρόθημα της λέξης επι-βιώνω έτσι που πια να μπορούν να φωνάξουν και να φωνάξουμε και μεις μαζί τους πανηγυρικά πως βιώνουμε αυτό που είμαστε και είμαστε αυτό που βιώνουμε ανεξαρτήτως σωματικότητας, βιολογικού ή κοινωνικού φύλου, ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, συναισθηματικής ή/και σεξουαλικής έλξης, έκφρασης φύλου κ.α. Αν δεχτούμε την παραπάνω συνθήκη, κρίνεται σκόπιμο να παραδεχτούμε και το εξής: το να γράφουμε φεμινιστική και κουήρ λογοτεχνία αποτελεί κι αυτό ένα βέβαιο αδιέξοδο. Ίσως μόνο αν δεχτούμε πως η ζωή μας είναι γεμάτη αδιέξοδα θα καταφέρουμε να χαράξουμε παράδρομους στα χείλη της. Ίσως μόνο αν ακούσουμε και μιλήσουμε για το ατομικό μας βίωμα να μπορούμε να κοινωνήσουμε τη ρευστή μα συλλογική συνείδηση στους κόλπους της. Έτσι που να γίνουμε ορατά, πρώτα για τα εαυτά μας και ύστερα για όλους τους άλλους. Η παρούσα Ανθολογία, επομένως, δεν αποτελεί αυτοσκοπό μία ωδή στην αναλγησία των προλεγόμενων αδιεξόδων ή έναν ευφημισμό στο κάλλος της αρχέγονης Τέταρτης Τέχνης. Αντίθετα, ορμάται από την απουσία και στοχεύει στην ανάδειξη της Ελληνικής Φεμινιστικής και Κουήρ λογοτεχνικής κουλτούρας. Κρίνεται, έτσι, επιτακτική η ενθάρρυνση της λογοτεχνικής έκφρασης αφανών ή και καταπιεσμένων φωνών φεμινιστών και κουήρ συγγραφέων και κοινοτήτων ως εργαλείο άσκησης κριτικής στις παθογένειες και τα κακώς κείμενα στον χώρο της λογοτεχνίας και κατ επέκταση της κοινωνίας μας. Οφείλουμε, τότε, πολλά σε εκείνους τους ανθρώπους δίχως τους οποίους η παρούσα Ανθολογία δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί ένα φευγαλέο όνειρο στη μνήμη μίας άδοξης συντεχνίας ονειροπόλων παραθεριστών με παραβατικές αν όχι αποκλίνουσες, από τα κονφορμιστικά κοινωνικά πρότυπα, συμπεριφορές. Πιο συγκεκριμένα, εκ μέρους της πρωτοβουλίας AUThors, ευχαριστούμε το σεβαστό σώμα κριτών για τη δίκαιη κρίση του, τα συμμετέχοντα πρόσωπα στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό που δεν φοβήθηκαν να φέρουν στο φως τραύματα, βιώματα και προκλήσεις των καιρών τους, το σύνολο των χορηγών

15 Σ ε λ ί δ α 15 επικοινωνίας που επικοινώνησαν ουκ ολίγες φορές την προσπάθειά μας, τις αδερφές και τα αδέρφια μας για την πολύτιμη γνώμη και βοήθειά τους στην τελική μορφή που έμελλε να πάρει η Ανθολογία αλλά και εκείνους που θα συνεχίσουν να μας πληγώνουν γιατί αρνούμαστε να συμβιβαστούμε με κάτι λιγότερο από τα εαυτά μας. Τέλος, ιδιαίτερα ευχαριστήρια θα πρέπει να δοθούν στο σύνολο του αναγνωστικού μας κοινού για την ανάγνωση και την αποδοχή ενός διαχρονικού μα αόρατου για τη χώρα μας λογοτεχνικού είδους μέσα από τα δικά του μάτια. Τι μένει, τελικά, να πούμε όταν δεν έχει τίποτα ειπωθεί; Ο λόγος στα κείμενα. Ο Ιδρυτής και Συντονιστής, Αντώνιος Κίτσιος

16 Σ ε λ ί δ α 16

17 Σ ε λ ί δ α 17 AUThors Πολιτιστική Δράση με τίτλο: Α Πανελλήνιος Διαγωνισμός Φεμινιστικής και Κουήρ Λογοτεχνίας 1 ος Διαγωνισμός Κατηγορίες: Ποίηση Διήγημα Θέατρο Μετάφραση Νουβέλα Δοκίμιο

18 Σ ε λ ί δ α 18

19 Σ ε λ ί δ α 19 Οι συγγραφείς των διακριθέντων έργων: 2 η τιμητική διάκριση (δύο εκ των τριών) δεν επιθυμούν τη συμπερίληψή τους στην ανθολογία.

20 ΔΙΑΚΡΙΘΕΝΤΑ ΕΡΓΑ Σ ε λ ί δ α 20

21 Σ ε λ ί δ α 21 1 ο Βραβείο Σταμάτης Δεμερτζής ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ 40 C Ρυθμίζω το πλυντήριο στην ένδειξη: «ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ 40 C». Τοποθετώ μέσα του αντωνυμίες, βιώματα και την ληξιαρχική πράξη γέννησης. Χίλιες στροφές μέχρι να ζαλιστούν και να ξεράσουν όλη την πικρή τους αλήθεια. Το απορρυπαντικό αφαιρεί τους λεκέδες της ετεροκανονικότητας των απλύτων μου. Μόλις σημάνει η λήξη, απλώνω τα πλυμένα μου σε όλο το φάσμα του φύλου και τα φορώ μόλις στεγνώσουν.

22 Σ ε λ ί δ α 22 1 ο Βραβείο Αργυρώ Αξιώτη στο παρκέ στο παρκέ σε μια γωνιά στοίβα εφημερίδες παλιά κόμικ γυαλιστερά περιοδικά προγράμματα παραστάσεων καρτ ποστάλ ραβασάκια μπροσούρες αφίσες στραβοτυλιγμένες υλικό για το ψαλίδι μου ίσως στο επόμενο κολάζ καταφέρω να φτιάξω ένα σώμα για μένα

23 Σ ε λ ί δ α 23 2 ο Βραβείο Saph Oh R52: πατριαρχικό άλγος που δεν προσδιορίζεται αλλιώς Θέλω να ξανά οικειοποιηθώ την θηλυκή εαυτή μου. Αυτή που της αρέσει το ροζ χρώμα, τα εμπριμέ υφάσματα και τα φτερά. Αυτή που συνταγογραφεί στατίνες με χρυσό στυλό και κρατά σημειώσεις με καλλιγραφικά σε αρωματισμένα επιστολόχαρτα. Αυτή που είναι «σωστή φεμινίστρια» ακόμα και με λεοπαρ γούνα και τακούνια. Αυτή που δεν θα χρειάζεται να υπερασπίζεται ή να δικαιολογήσει την σεξουαλικότητά της (ή την απουσία της εν γένει). Αυτή που δεν θα υιοθετεί την στάση εκνευρισμένου τσιουάουα για να την ακούσουν. Θέλω να είμαι περισσότερα από τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Θέλω να μαι το κορίτσι που δεν θα φοβάται πως σε 2,5 εβδομάδες θα καταρρεύσει η ψευδαίσθηση που δημιούργησε. Θέλω τον κόσμο. Αλλά όχι αυτόν. Αυτός διαλύεται μπρος στα μάτια μου σαν τρίμματα μηλόπιτας υπό το βάρος υπερβολικά πολύ παγωτού. Μένω, λοιπόν, μόνη ανάμεσα σε μόνες, να διαπραγματεύομαι ποιο παιδί της πατριαρχίας θα μας σκοτώσει σήμερα. Γιατί εμένα οι φίλες μου δεν πεθαίνουν από γηρατειά. Τις τρώει ο πόνος και τις τσακίζει το βάρος. Εμένα οι φίλες μου πριν πεθάνουν πονάνε. Πονάνε κάθε μήνα που ματώνουν. Πονάνε κάθε μέρα που διεκδικούν χώρο για την σκιά τους. Πονάνε κάθε ώρα που φοβούνται. Πονάνε κάθε λεπτό τους που χάνεται σε άβολα χαμόγελα και μαγκωμένες λέξεις. -Που πονάς; -Δεν είμαι σίγουρη. Υπάρχει διάγνωση γι αυτό;

24 Σ ε λ ί δ α 24 -R52 κατά icd 10. Υποσημείωση: χρόνια έκθεση σε σεξισμό. -Θεραπεία; -Ανίατο αδερφή μου. Δυστυχώς όμως, θα ζήσεις για να τα θυμάσαι. Δυστυχώς δεν θα ξεχρεώσεις ποτέ το παράβολο της ταυτότητάς σου.

25 Σ ε λ ί δ α 25 3 ο Βραβείο Αφροδίτη Καριοφύλλη Φταις Φταις Γεννήθηκες κορίτσι Η φωνή σου λεπτή, αθόρυβη Τα μάτια σου λαμπερά, πονηρά. Φταις Έφτασες έφηβη Οι κινήσεις σου γατίσιες, τολμηρές Το σώμα σου απαλό, βέβηλο. Φταις Έγινες γυναίκα Η ψυχή σου πεινασμένη, δαιμονισμένη Το μυαλό σου παντοδύναμο, τρομακτικό. Φταις Αν υποκύψεις φταις Αν πολεμήσεις φταις Αν θες να γίνει κάτι άλλο δε θα γίνει Γιατί φταις.

26 Σ ε λ ί δ α 26 Φταις Προκάλεσες, τι κι αν παρακάλεσες; Τι κι αν πεις ναι, τι κι αν πεις όχι; Είσαι γυναίκα, το θυμάσαι; Πάντα φταις. Φταις Όταν θα βρίσκεσαι δυο μέτρα μες το χώμα Να μην ξεχάσεις να ουρλιάξεις Στη φύση που σε έπλασε γυναίκα «Φταις»

27 Σ ε λ ί δ α 27 1 η Τιμητική Διάκριση Παντελής Κύρκος Ρόλοι Ανάγλυφα ποτάμια, γραμμές θάλασσας κάτω από επιδερμίδα καύσιμη να κουβαλούνε σκέψεις επανάστασης που θα θελες να κάνεις και άλλοι δεν σ αφήνουν. Άγριο δέρμα να γρατζουνά. Κάτι άλλο έψαχνε κάποτε, αν θυμάμαι καλά -καλά θυμάμαι! Δέντρα αρσενικά, σε λόφους μόχθου που πάλλονται. Και οι φλέβες αγανάκτησης, κιθάρα στην αφή μου. Πέρασα ωραία γιατί με ξεπέρασα. Κι όμως ο χρόνος γέρασε πάλι γρήγορα. Φεύγεις γι απόψε και πρέπει να φορέσεις τον εαυτό σου, την ταυτότητά σου και να βγεις. Στέρεο περπάτημα

28 Σ ε λ ί δ α 28 Χειρονομίες κοφτές Λόγια λίγα, πλούσια με νόημα Επιταγές που κληρονόμησες δίχως να το θες. Κάπου στην βρωμιά του κόσμου ανακάλυψα την ανάγκη ενός συνοδηγού, που την δική του σήψη έχει ζήσει ήδη.

29 Σ ε λ ί δ α 29 2 η Τιμητική Διάκριση Νέαρχος Η ΑΛΛΗ ΜΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ Ενώπιος με τη σιωπή ενωπίω στης τοιχογραφίας μου αντίκρυ το κάτοπτρο εθελοντής φιδοσέρνομαι σκλάβος το πορτραίτο μου να σκιαγραφήσω καλούμαι. Ξεγυμνώθηκε ψυχικά ολοκάθαρο το απόκρυφο της ζωής μου περίγραμμα στων μονοπατιών αφέθηκα τον οδοποιό στην κοινωνική να με οδηγήσει αρένα. Στης φρενολογίας παραδόθηκα τον δόκτορα με το υπογνάθιο γένι φυρόμυαλο σύγχρονος μοιάζει μα ζέχνει εφιάλτες είναι ο συντάκτης της άλλης μου ταυτότητας. Έμφορτος με της ζωής το πάθος κάποιος αλλοτινών καιρών αντιφωνητής δίχως γενετικά του εγκεφάλου όργανα σε νιογέννητους με προσκαλεί αστερισμούς. Παραείναι σήμερα ψηλά ο ουρανός και γω ένα ανέκφραστο τίποτα πού νικητήριους άθλους ποθεί την επίγεια διασχίζοντας κόλαση. Με του τσιγάρου μου τη σιωπή με κάποια θρησκεία συμπότης ήχους περιστοιχίζομαι και σκιές προσμένοντας τον αποστακτήρα του χρόνου...

30 ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΕΡΓΑ Σ ε λ ί δ α 30

31 Σ ε λ ί δ α 31 Κύκνος Ανώνυμο συναίσθημα Ανώνυμο συναίσθημα Αόριστες στιγμές Δεν ξέρεις πώς το λένε Μα ξέρεις πως το θες Δεν έχω ενοχές Παίρνω ό,τι χρειάζομαι Τι είναι αυτό δε νοιάζομαι Κι ας κάποιοι αμφιβάλουνε αν είναι σοβαρό Εγώ ποτέ δεν έβαλα, και ούτε θα δεχτώ, ταμπέλα από κανένα ή χαρακτηρισμό Γι' αυτό μένει κρυφό Για να μην πουν οι άλλοι τι ζω και τι δε ζω Το νιώθω τόσο απλό που τίποτα για 'κείνο δεν θέλω να σας πω Κάθε άγγιγμα είναι αίνιγμα Και κάθε μας φιλί σφραγίζει τη σιωπή

32 Σ ε λ ί δ α 32 Αντώνιος Ευθυμίου ΕΛΛΕΙΨΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ Έβρεξε αίμα παστρικό, πλησίον της Οδού Ελευθερίας, έξω από ένα ρετιρέ υπόγειο μιας ανωδομής αδιάστατης που ιχνογράφησε η μνήμη. Ένα χέρι πελώριο, χριστιανικό, σαν αφίλητος σταυρός, μωλώπισε την ανάγια θωριά σου, σακάτεψε το θνητό περιτύλιγμα της φυλακισμένης σου ψυχής. Μα εσύ, μια τραβεστί αγέρωχη, περήφανη σα μεσιανό κατάρτι, δε λύγισες στο ράπισμα της μοίρας. Φόρεσες τα σπασμένα σου τακούνια κι ατένισες την αθέατη ανθρωπιά μας... Κι εμείς, στης Συγγρού τα ντεφιλέ και στις πιάτσες των ονείρων παζαρεύουμε την ηθική σου αδίκως. Χόρτασες πια την ηδονή, δε θέλεις άλλο. «Έλλειψη βαρύτητας» το νέο σου σινιάλο.

33 Σ ε λ ί δ α 33 Astrid Εν Απορία Εν απορία περί της θηλυκότητος της γραφής μας οι κώδικες υποχωρούν βιαστικοί, φοβικοί Μην τυχόν κι αποκαλυφθεί μια δήθεν απάτη. Ψιθύρων παρελθόν κι ανώνυμων γραφουσών στοιχειώνουν διαβάσεις στο Έλεφαντ και Κασλ, εκεί όπου η Τζούντιθ κείται δολοφονημένη. Πένες φαλλικές βιάζουν με το μελάνι τους σελίδες επί σελίδων, το παρελθόν μας ουρλιάζει και η παροντικότητα μοιάζει να ζαλίζεται καθώς στροβιλίζεται σε ανακυκλωμένες προόδους ύλη περασμένων και μελλοντικών καταπατήσεων. Η ιστορικότητα ξεφεύγει τον από

34 Σ ε λ ί δ α 34 άξονά της και οι ριπές μεταφράζονται εξακολουθητικά. Ελπίζω.

35 Σ ε λ ί δ α 35 Η ΣΚΛΗΡΗ ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ Έρως Η αίσθηση του ωραίου Πάντα Με διεγείρει Επίσης Μου αρέσει Πολύ Ο θαυμασμός Το κοίταγμα Η βλεμματική επαφή Όπου Με έμμεσο τρόπο Ζητά Όλο υποσχέσεις

36 Σ ε λ ί δ α 36 Ντέμη Ρούσσα Ήσυχη αυλή Στην πρώτη μου ανάσα, ήρθε η ζωή και μου δήλωσε με τόνο βιαστικό και δασκαλίστικο, μη υποφερτό για τον εγωισμό μου τον ανθρώπινο. Αποφάσισε πού θες να ζήσεις. Εκεί έχει μια αυλή, έχει δέντρα πυκνά, καμία βροχή δε θα ποτίσει το κορμί σου. Έχει τοίχους ψηλούς ολόγυρα. Κανένας αγέρας δε θα πουντιάσει το πρόσωπό σου. Κανένα αρπακτικό δε θα σε βρει. Κοίτα κι από την άλλη. Εκεί είναι ένα ξέφραγο χωράφι. Τίποτα δε θα σε προστατεύσει από την καταιγίδα, το αγιάζι και τους άγριους. Διάλεξε πού θα ζήσεις. Βιάζομαι. Με πόδια κομμένα από το φόβο, έτρεξα προς την αυλή και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κι έτσι όπως περνούσαν οι ανάσες από τα πνευμόνια μου, τα χρόνια από το κορμί μου, αυτή η αυλή, έκλεβε το χρόνο μου. Τα δέντρα θέριευαν μέρα με τη μέρα. Δεν κατάφερα να δω τον ήλιο. Οι τοίχοι ψήλωναν κάθε που έστεκα παγωμένος από τη δειλία μου. Δεν κατάφερα να νιώσω το καλοκαιρινό αεράκι. Μήτε την αδρεναλίνη του αγγίγματος. Κι ας ήταν άγγιγμα κινδύνου. Άγγιγμα θανάσιμο. Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Χρόνια που κουβαλούσα το ασήκωτο φορτίο της άδειας μου ψυχής, στη μικρή μου αυλή. Ώσπου ξεχείλισε ο άνθρωπος μέσα μου, και φώναξα, και ούρλιαξα, και γέμισα κραυγές την ήσυχη αυλή μου. Κι εμφανίστηκε η ζωή μπροστά μου. Ανυπόμονη κι αλαφιασμένη. Βιαστική. Όπως τότε στην πρώτη μας συνάντηση. Στην πρώτη μου ανάσα. Έστεκε να με κοιτά, με βλέμμα δασκάλας που μαλώνει τον άτακτο μαθητή. Θέλω να φύγω, φώναξα. Θέλω το ξέφραγο χωράφι, θέλω τον ήλιο, θέλω να νιώσω, θέλω να είμαι εγώ η δύναμη μου η λίγη και η πολλή. Άσε με να φύγω, δώσε μου το κλειδί. Κι η ζωή με κοίταξε σχεδόν ειρωνικά. Μου έδειξε την πόρτα. Ξέρεις, μου είπε, αυτή η πόρτα ήταν πάντα ξεκλείδωτη.

37 Σ ε λ ί δ α 37 Μαχητής Η Φωτιά Πόσο μ άρεσε η φωτιά Η πύρινη και ασβέστη Η ανόθευτη και όσια Η μόνη αθώα και παρθένα. Αυτή που με καίει Που καίει τα σωθικά μου Καυτηριάζει τις πληγές Γεμίζει τα όνειρά μου. Σε σένα προστρέχω Και τρέχω να φύγω Εμμονή και προσοχή Προσευχή και επιμονή. Δεν αντέχω, σε φτύνω Και φτάνω και πίνω Απ' τους πύρινους ποταμούς σου Το νέκταρ των υπόκοσμων θεών. Συγγνώμη, και κλαίω Πως φοβάμαι την νύχτα Γνωρίζω τουλάχιστον τι με περιμένει Αν σε αγαπήσω. Χάρισέ μου το αγνό σου μίσος

38 Σ ε λ ί δ α 38 Το όμοιο μίσος Το μίσος που χαρίζουμε σε, όχι εχθρούς, Μα προδότες της γης. Σύμμαχος ή Διώκτης; Να φοβηθώ ή να προστρέξω στην φωνή σου; Πηγή δικαίου ή πηγή ανομίας; Όπλο σωφροσύνης ή τάχα πρόφαση διαστροφής;

39 Σ ε λ ί δ α 39 Άνεμος Κόκκινα τακούνια Η νύχτα πέρασε σκυφτή με κόκκινα τακούνια δεν είχε χρόνο να σκεφτεί αν ήταν Τρίτη ή Κυριακή που ήμουν μωρό στην κούνια. Στον χαμένο νου ποιου ωκεανού άγριος καρχαρίας πίσω απ τα μπετά να ζητάει φωτιά πριν πλακώσει η ΔΙ.ΑΣ. Η νύχτα ήρθε φωτεινή με κόκκινα τακούνια κι είχε ποτήρι με κρασί και μια πολύχρωμη ευχή κι εγώ μωρό στην κούνια. Να κοιτάζω αλλού

40 Σ ε λ ί δ α 40 και όχι εκεί και πού μου έλεγαν να πάμε σε ζωή καρμπόν δεν θα πω παρών δεν θα πω φοβάμαι...

41 Σ ε λ ί δ α 41 Διρμένεια περιφορά Να πιστεύεις ή όχι ένα χάσμα χρόνων και χαρακτήρων μεσολαβεί τις σύντομες αυτές λέξεις Κάθε μου ακύρωση ένα νέο απάντεμα Αγαπάω τη θλίψη που εδώ αφήνω ακριβώς όπως τη προηγούμενη ίσως και πιο παθιασμένα. Η σκουριά σ αυτή τη πόλη δίνει στα πάντα μια προστυχιά αιθυλική Έτσι με πόθους σφηνωμένους στις κάλτσες Βρέχουμε τις μέρες μας στους δρόμους της διεκδίκησης Ή διεκδικώντας τους δρόμους σήμερα είναι λίγο πολύ το ίδιο -είδες; ιστορικά μεγαλεία - είδες που τελικά δεν αδικηθήκαμε. Την καλύτερη αναμέτρηση την κράτησαν για εμάς Και με ρωτάς αν θα συμμετάσχω Καιρό το ίδιο παιχνίδι παρατηρώ και το ξέρεις με έλκει Με καλείς να παίξουμε μωρό μου Ένα παιχνίδι για ενήλικες Σε μια αλάνα αυτοκινήτων τα βήματά μας να εδραιώσουμε Και πιάνουν βροχές και δεν σε νοιάζει Δεν νοιάζει κανέναν Δυσφορώ με την ευαισθησία μου Με τιμάει όμως που με θεωρείς συμπαίκτρια Τι θα γίνει όμως με τα χιλιάδες αύριο που έχω να περιμένω

42 Σ ε λ ί δ α 42 Ραδάμανθυ πέτα μακριά πόδια κλειδωμένα, χέρια αγκυλωμένα και μια καρδιά που βγάζει φτερά το μυαλό πετάει φεύγει ταξιδεύει, το σώμα μένει εκεί, στην αέναη ακινησία πόσα χρώματα λέξεις συναισθήματα γεννά η ακινησία: το πουθενά που μπορεί να σε ταξιδέψει στο παντού ανοίγεις τα φτερά και φεύγεις, πετάς, το ταξίδι τώρα αρχίζει, η ζωή δεν σε φοβίζει. Φεύγεις μακριά μένοντας εδώ, το μέλλον σου ανήκει, όπως και το παρόν

43 Σ ε λ ί δ α 43 Ιφιγένεια Παπά Πρώτη φορά Με χάιδευε σιγά σιγά και έπειτα με φίλησε, Με ρώτησε για άλλη μια φορά αν είμαι έτοιμη, τον διαβεβαίωσα πως είμαι, Φαινόταν το άγχος του από χιλιόμετρα μακριά, φοβόταν μην με πονέσει, ήθελε να νιώσω ωραία και να μου αρέσει η πρώτη μου φορά. Έτσι σιγά σιγά και απαλά γλίστρησε μέσα μου. Το πήγαινε σιγά, δίχως απότομες κινήσεις, Ήταν διστακτικός, προσπαθούσε να εξετάσει αν μου άρεσε, αν πονούσα Πονούσα; Όχι! Ούτε λίγο. Τα μάτια του με ηρεμούσαν. Μου έδειχνε την αγάπη του με πολλούς τρόπους, Πρώτα με τα μάτια του που ήταν γεμάτα αγάπη για μένα, ύστερα με τις αργές κινήσεις του για να μην πονέσω, και τέλος το χαμογελαστό σ αγαπώ που βγήκε από τα χείλη του όταν τελειώσαμε. Ήταν Κύριος με Κ κεφαλαίο. Μου έδωσε άπειρη αγάπη και τρυφερότητα όχι μόνο την πρώτη φορά, αλλά κάθε φορά. Ό,τι χρειάζεται κάθε γυναίκα.

44 Σ ε λ ί δ α 44 Αναστασία Κοντολέτα Στιγμή Η δροσιά αγκαλιάζει τους βλαστούς και αυτοί ανθίζουν. Ο άνεμος φιλά τις ηλιαχτίδες κι αυτές κεντούν το φόρεμά σου. Το φως χαϊδεύει τα μάτια σου και αυτά δακρύζουν. Η μέρα χτυπά την πόρτα σου κι συ ανοίγεις την αγκαλιά σου. Τα χελιδόνια παίζουν στον κήπο σου και συ λύνεις τα μαλλιά σου. Οι παπαρούνες βάφουν τα χείλη σου κι αυτά λιώνουν από τα φιλιά σου! Το δειλινό σού στέλνει ένα σύννεφο που αγγίζει με πάθος τη μοναξιά σου. Η νύχτα κεντά ένα όνειρο κι αυτό πλαγιάζει με τη χαρά σου.

45 Σ ε λ ί δ α 45 Φι Άλφα Τότε Την είχα γνωρίσει ένα καλοκαίρι, έκαιγε σαν διάολος κι αυτή και το καλοκαίρι. Ζωγράφιζε πεταλούδες πάνω στο δέρμα της, έμοιαζε σαν μια από αυτές κι όταν κινούσε τα φτερά της ο κόσμος κάπως άλλαζε. Οι λέξεις, έχαναν το νόημά τους μες τα μάτια της και το βρίσκαν ανάμεσα στα χείλη της. Μια έντονη επιθυμία μέσα μου, να μυρίσω το άρωμα που αναδύεται απ το δέρμα της, ξανά. Τώρα ίσως κάποια άλλη να την αγγίζει μα, όπως την άγγιζα εγώ, αποκλείεται. Έρχονται θύμησες θολές, το στήθος της στο στήθος μου που ξάπλωνε, τα χείλη της με τα δικά μου, συναντιόντουσαν Κρυφά στα φανερά, την αγαπούσα. Δύο κορίτσια, τότε, δύο κορίτσια που ήξεραν ότι ο έρωτάς τους δεν είναι απειλή για κανέναν μα κάποιοι, έτσι τον έβλεπαν. Κανείς δεν ήξερε, αν φιλιόντουσαν στα μάγουλα ή στο στόμα ήξεραν εκείνες κι αυτό αρκούσε, τότε.

46 Σ ε λ ί δ α 46 Κασσάνδρα Αλογοσκούφι ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΧΑΙΚΟΥ Σεξ Φύλο Ή αντωνυμία οριστική Λάθος; Στον Νότο βρίσκεις Μόνο Μαθητή: Δασκάλα Τραβεστί; Όμορφο Τραβεστί Διασχίζει Δρόμους Ή τρέχει;

47 Σ ε λ ί δ α 47

48 Σ ε λ ί δ α 48

49 Σ ε λ ί δ α 49 Οι συγγραφείς των διακριθέντων έργων: 2 ο Βραβείο δεν επιθυμούν τη συμπερίληψή τους στην ανθολογία.

50 ΔΙΑΚΡΙΘΕΝΤΑ ΕΡΓΑ Σ ε λ ί δ α 50

51 Σ ε λ ί δ α 51 1 ο Βραβείο Ο Γρέβιας Simone Bosmou Είμαι ο Γρέβιας. Από μικρός από όταν γεννήθηκα ζω σε τούτο το χωριό εδώ πάνω στα βράχια και στις ρεματιές. Μόνη μου παρέα ήταν οι δυο γονείς μου. Αυτοί με υιοθέτησαν. Χαρτιά από τους πραγματικούς μου γονείς δεν έχω. Εξάλλου ποτέ δεν έμαθα να διαβάζω. Ναι, ναι πήγα σχολείο κάποιες τάξεις μακριά, αλλά βλέπεις τα ζώα. Δεν μπορείς να τα αφήσεις. Κι οι γονείς μου αρρώστησαν νωρίς. Τα ζώα μου είναι πια η μόνη μου παρέα. Αλλά κι αυτά κινδυνεύουν μέρα με τη μέρα. Λύκοι, αρκούδες, γεράκια και αετοί καραδοκούν πάνω στο βουνό. Γι αυτό πολλές φορές τα κατεβάζω κάτου κει στο ποτάμι. Τα ποτίζω και όση ώρα αυτά βοσκάνε εγώ κάθομαι ξάπλα στα χόρτα και κοιτάζω τον ουρανό ανάμεσα από τις φυλλωσιές των δέντρων. Εκεί έβρισκα κάθε μέρα εκείνον. Κατέβαινε κι εκείνος με τα ζώα του στο ποτάμι και πολλές φορές κοιτούσαμε τα σύννεφα μαζί και λέγαμε με τι μοιάζει το καθένα. Ε ρε κάτι γέλια που κάναμε. Και ήρθαμε πιο κοντά. Και πιο κοντά. Τόσο κοντά όσο τα ζώα μας. Και ένα απόγευμα έπιασε δυνατή βροχή. Τα ζώα μας πήγαν κάτω από ένα πυκνό δέντρο για να προστατευτούν κι εμείς μαζί τους τυλιγμένοι με την κάπα μου. Εκεί με φίλησε. Τον έσπρωξα. Τα ζώα αδημονούσαν να μη βραχούν και βέλαζαν. Μέσα στο σαματά με ξαναφίλησε. Μερικές φορές τα σκυλιά μου που είναι σερνικά κάνανε ότι κι εμείς. Την άλλη μέρα βγήκε ο ήλιος. Τα ζώα ήταν απλωμένα στο λιβάδι κι εμείς αγκαλιά. Η ζωή μας ήταν σκληρή. Άρμεγμα, τάισμα, σκούπισμα, ξανά τάισμα και ένα σωρό άλλα. Πώς και πώς περιμέναμε να δούμε ο ένας τον άλλο. Ώσπου έπρεπε να νοικοκυρευτούμε, να παντρευτούμε. Να κάμουμε απογόνους και να δουν οι δικοί μας όσο προλάβαιναν κανένα εγγονάκι. Είχαμε πάει και δεκαοχτώ. Ολόκληροι άντρες.

52 Σ ε λ ί δ α 52 Εμένα εκείνη τη μέρα του προξενιού με πήγανε στο ποτάμι και με λούσανε δέκα άτομα μαζί. Το κορμί μου με έτρωγε και συνέχεια ξυνόμουν. Για να μη βρωμάω είπαν. Όχι δε βρωμάω. Κάθε βδομάδα κάνω μπάνιο τις ζεστές μέρες. Όταν πήγαμε σπίτι για τα προξενιά με τον κουτσό πατέρα μου και τη φιλάσθενη μάνα μου εγώ δεν είχα πει τη γνώμη μου. Αυτοί αποφάσισαν με τους γονείς της κοπέλας από το χωριό κει κάτου στον κάμπο. Κοιτούσα συνέχεια κάτω από τη ντροπή μου και αυτοί είπαν δυο λόγια. Η κοπέλα ήταν μέσα στη σάλα και βγήκε ένα λεπτό. Τα πόδια της είδα μόνο. Ντρεπόμουν. Δε σήκωσα βλέμμα. Έδωσαν τα χέρια οι μεγάλοι και φύγαμε. Εκείνη τη μέρα ξαναπήγα στο ποτάμι και εκείνος μου είπε ότι και αυτόν τον πάνε για προξενιό. Ναι, αγκαλιαστήκαμε. Σφιχτά. Τα ζώα ευτυχώς δε λένε το μυστικό μας. Τους έχω εμπιστοσύνη. Αν όμως μας έβλεπαν στο χωριό σίγουρα θα μας έλεγαν κι εμάς «χαντούμηδες» σαν τα κοκόρια που δεν «κοκοτεύουν» τις κότες και μετά. Χαθήκαμε. Πάνε και τα προξενιά. Πάνε κι όλα. Και για μια ζωή θα μας καταργιούνται οι δικοί μας και δε θα χουμε στον ήλιο μοίρα χωρίς γυναίκες και παιδιά να μας βοηθάνε σε τούτες τις δουλειές που έχουμε στα χωράφια και με τα ζώα. Κλάψαμε. Πολύ. Αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Δυο κοπέλια μαζί; Πού ακούστηκε; Όχι, όχι δεν ήταν σωστό. Κάτι μου έλεγε όμως πως ήταν σωστό. Ήρθαν τα προξενιά του και πλησίαζε ο γάμος μου. Πού να τολμούσα να πάω να τα χαλάσω όλα! Θα με σκότωνε ο πατέρας αυτοστιγμής με την καραμπίνα. Εκείνος τουλάχιστον την είδε. Του είπε μάλιστα πως δεν τον ήθελε αλλά ούτε κι αυτή τολμούσε να μιλήσει. Βγήκα έξω και πήρα μια πέτρα και την χτύπησα στο κεφάλι μου. Ήθελα να χα πεθάνει μα με σώσανε. Μου το δέσανε με κάτι πανιά και με διάβασε κι ο παπάς. Παραλίγο να με διάβαζε μια και καλή. Το προτιμούσα από αυτές τις ζαλάδες. Εκείνο το απόγευμα συναντηθήκαμε ξανά. Κάτω εκεί στο εκκλησάκι του Αη Γιώργη. Μακριά από το χωριό. Δε μιλούσαμε και μόνο αγκαλιασμένοι ήμασταν. - Αντίο. - Μη φεύγεις ακόμη - Νυχτώνει - Ναι, νυχτώνει στην ψυχή μου - Στην ψυχή μας

53 Σ ε λ ί δ α 53 Έφευγε και εγώ κοιτούσα και ξαναγύρισε τρέχοντας και με αγκάλιασε πολύ σφιχτά και έκλαιγε γοερά. Πέσαμε κάτω. Σηκώθηκα. Τον σήκωσα. Τίναξα τα φύλλα από την κάπα του ενώ τα πρόβατα είχαν πάρει το δρόμο μέσα από το μονοπάτι για το χωριό. - Πήγαινε. Του είπα και του έγνεψα προς το χωριό ενώ μέσα μου είχα γίνει κομμάτια. Ήξερα όμως πόσο πονούσε. Αυτό το συναίσθημα μέσα μου ήταν πρωτόγνωρο αλλά πολύ όμορφο. - Σ αγαπάω Γρέβια. Σ αγαπάω. Ψιθύρισε κοιτώντας δεξιά αριστερά αλλά και προς τους αγίους της εκκλησίας. Πήραμε από δυο λαμπάδες και κάναμε κατά το χωριό. Στη διαδρομή κοιταζόμασταν και τα μάτια μας λαμπύριζαν. Όχι όχι δεν κλαίγαμε. Δεν κλαίνε οι άντρες όπως λένε στο χωριό. Λόγω του χτυπήματός μου ο γάμος μου άργησε λίγο αλλά ο δικός του ήρθε. Ήθελα να πεθάνω. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρούμενα ενώ μέσα μου χτυπούσε το πένθιμο σήμαντρο, ως σήμερα χτυπάει. Άκουγα τα γλέντια στην πλατεία και τα τουφέκια και σαν τα ζώα τρόμαζα κι εγώ. Μακάρι να με πετύχαινε ένα εδώ ανάμεσα στα στήθια. Οι γονιοί μου δεν πήγαν στο γάμο αλλά μου είπαν να πάω εγώ να πάω και το δώρο. Δεν ήθελα αλλά τους είπα ότι θα πάω. Και δεν πήγα. Πήρα το δώρο και πήγα εκεί κάτου στον Αη Γιώργη. Εκεί που κάτσαμε τελευταία φορά και ναι η καρδιά μου έγινε κομμάτια. Γυρίζοντας σπίτι κατάλαβα ότι είχα ξεχάσει το δώρο εκεί κάτω στον άγιο. Είπα στους γονείς μου ότι όλα ήταν καλά στο γάμο και μου είπαν «Και στα δικά σου». Δεν άργησαν να έρθουν. Και να σου με ντύνανε γαμπρό κι εγώ έκανα πως χαιρόμουν. Όχι δεν την ξαναείδα τη νύφη. Ήταν ηθικών αρχών. Όλοι μου εύχονταν και έπιανα το βλέμμα μου να ψάχνει εκείνον. Απ ό,τι έμαθα είναι έγκυος η γυναίκα του. Και με τσαμπούνες με συνόδεψαν ως την εκκλησία και εγώ σερνόμουν. Και πετούσαν ρύζι. Και ήταν σα να μου πετούσαν κοτρόνες. Και να σου μπροστά στην εκκλησία στην πλατεία η νύφη. Μέσα μου φλέγονταν όλα. Κάρβουνο είχαν γίνει. Αν τα κατέστρεφα όλα όλο το χωριό θα με κυνηγούσε μέχρι να με σκοτώσει για την ατιμία που έκανα. Μπρος σε ένα

54 Σ ε λ ί δ α 54 ατιμωτικό θάνατο προτίμησα να πεθάνω μέσα σε ένα γάμο που δεν ήθελα. Και άπαξ και μπήκα δεν μπορούσα να ξαναβγώ. Τι τα θες; Αφού πια εκείνος είχε μπει Είχε νεκρώσει με λίγα λόγια ήταν η σειρά μου να πεθάνω κι εγώ Η ψυχή μου βασικά. Σε ένα γάμο που θα κρατήσει μια ζωή και θα είναι μακριά του. Ανέβηκα τα σκαλιά και πήρα τη νύφη από το χέρι. Τότε η μάνα φώναξε «Ε! Αυτή δεν είναι η νύφη που μας δείξατε, είναι άλλη μεγαλύτερη!» Το συνήθιζαν αυτό τότε στο χωριό. έδειχναν την πιο όμορφη και πιο νέα από τις αδερφές και σα νύφη σου φέρνανε την πιο άσχημη και πιο μεγάλη για να «φεύγει» από πάνω από την οικογένεια το βάρος μη και τους μείνει ανύπαντρη. Μεγάλη ντροπή. Τότε έπιασα το χέρι της μάνας και της έγνεψα ότι δεν πειράζει. Δεν της καλοάρεσε αλλά το κατάπιε. Τελικά το βράδυ κοιμηθήκαμε μαζί και έπρεπε να νιώσω όπως με εκείνον. Έκλεισα τα μάτια και το προσπάθησα. Είχα πια πεθάνει ψυχικά. Κι αυτός. Το αισθανόμουν. Από το πρωί μπήκαμε στις δουλειές, στα χωράφια και στα ζώα. Από τότε δεν τον έχω ξαναδεί από κοντά Μόνο από μακριά Μόνο που πια τα μαλλιά μας έχουν ασπρίσει αρκετά και έχουμε κι οι δύο από τέσσερα κουτσούβελα. Καλή ήταν η γυναίκα μου κι από ότι έχω μάθει κι η δικιά του. Και σήμερα ανεβαίνοντας στο βουνό να μαζέψω κλαρί για τις γίδες τον είδα. Ανέβαινε κι αυτός. Ο παπάς μου είχε πει αν τυχόν ποτέ συμβεί και τον δω να τον αποφύγω μιας και είναι σπουδαία αμαρτία. Μα εμένα η ψυχή μου είχε πεθάνει με το γάμο μου. Οπότε σχεδόν έτρεξα. Όταν με είδε σαν να είδε φάντασμα άρχισε να πηγαίνει πιο γρήγορα και να εξαφανίζεται. Χώθηκα μέσα στα βράχια και πιλαλούσα σα το κατσίκι και λίγο πιο πέρα τον είδα αγκομαχώντας να σταματάει ακουμπώντας μια κοτρόνα και να παίρνει βαθιές ανάσες. Τον πλησίασα και άγγιξα την πλάτη του. οι ανάσες μας έγιναν γοργές όπως τότε. Με απώθησε. Πήγα να τον ξαναγγίξω. Μου έσπρωξε το χέρι. Πήγα να μιλήσω και μου έκλεισε το στόμα. Γιατί; Γιατί με κοιτούσε απλά και δε μιλούσε; Ξαφνικά κοιτάζω δεξιά, κοιτάζω αριστερά και πουθενά. Μα που είναι; Που χάθηκε;

55 Σ ε λ ί δ α 55 Τότε συνειδητοποιώ πως ο ήλιος με είχε χτυπήσει για τα καλά στο σημείο που βρισκόμουν. Μα τι έγινε; Τα χέρια μου κρατούσαν ακόμη το βιβλίο. Α! Ναι, ναι το ημερολόγιο που βρήκα κρυμμένο μέσα στο σεντούκι του παππού. Να ήταν αλήθεια όλα αυτά; Να τα διάβασα στο ημερολόγιο; Ή να ήταν μια οφθαλμαπάτη; Ό,τι και να είναι σήμερα είμαι περήφανος για τον παππού μου και για το όμορφο χωριό του. Δεν είχα ξανάρθει ποτέ εδώ πάνω. Ας είναι καλά ο άνθρωπος που με έφερε εδώ πάνω. Μα πού πήγε; -Εδώ είσαι; Σε έψαχνα παντού. Ήθελα να σου δώσω αυτό το σεντόνι. Το είχε ο παππούς μου στην ντουλάπα και μέσα ένα χαρτάκι που έγραφε: «Από τον Γρέβια που αγαπώ». Πήρα το σεντόνι και αγκάλιασα τον άνθρωπο. Ήταν εγγονός του ανθρώπου που αγάπησε ο παππούς μου; Και να σας πω και κάτι ; Μου αρέσει!

56 Σ ε λ ί δ α 56 3 ο Βραβείο Δημήτρης Γιαννόπουλος Αριστερό χέρι Το αριστερό μου χέρι είναι το αδύναμο, καθότι δεξιόχειρας. Στους αριστερόχειρες όμως αυτό είναι το δυνατό. Θυμάμαι στα αγωνίσματα που περάσαμε για έφεδροι αξιωματικοί στον στρατό. Έπρεπε να ρίξουμε μια σιδερένια σφαίρα που ζύγιζε κοντά στα πέντε, με το κάθε χέρι ξεχωριστά. Από 'κει θα έβγαινε ένας μέσος όρος. Λες και η ικανότητα ενός ανθρώπου κρίνεται από το πόσο μακριά πετάει μια μεταλλική σφαίρα. Μάλλον θα το ξεπατικώσαμε από κάποιο σύστημα εκπαίδευσης του αγγλικού στρατού, μιας και εμείς όταν γίναμε κράτος ούτε να φάμε δεν είχαμε. Τέλος πάντων, θυμάμαι ξεκάθαρα σαν τώρα τη φράση που ακούστηκε από κάποιον φαντάρο, μετά τη ρίψη της σφαίρας: «Πω, με το αριστερό τίποτα! Τζίφος! Σαν πούστης ρίχνω!» Αδύναμο ήθελε να πει το αριστερό. Και αυτοί που ήταν αριστερόχειρες θα έπρεπε να έλεγαν πούστικο το δεξί. Έτσι θα έπρεπε να πηγαίνει... Αργότερα, το απόγευμα όταν πίναμε καφέ κάτω από εκείνα τα πεύκα του κέντρου νεοσυλλέκτων, θυμήθηκα τον κουμπάρο του πατέρα μου, που ήταν αριστερόχειρας εκ γενετής. «Ο Θανάσης έχει τρακάρει πάρα πολλές φορές. Μπερδεύει τα πεντάλ. Το καλό του πόδι είναι το αριστερό. Άσε που στο σχολείο, τότε στη Χούντα, τον έβαζε με το ζόρι ο δάσκαλος να γράφει με το δεξί. Μπάλα με το αριστερό έπαιζε. Κανονικά έπρεπε να βγάζουν αυτοκίνητα με ανάποδα πεντάλ. Αλλά πες το αυτό στις αυτοκινητοβιομηχανίες...» «Αν γράφεις με το ανάποδο χέρι από το κανονικό σου, μπορεί να σου δημιουργηθεί πρόβλημα τραυλισμού. Σ' αυτούς που είναι δεξιόχειρες, το κέντρο που ελέγχει τη γραφή, είναι στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου. Αν το αλλάξεις με το ζόρι, προκαλείς σύγχυση, κι εξού ο τραυλισμός...»

57 Σ ε λ ί δ α 57 Αλλά όχι! Για να μην είναι κανείς αριστερός, ούτε και σε κάτι τόσο απλό και φυσικό, οι δάσκαλοι είχαν ρητή εντολή να μαθαίνουν τους αριστερόχειρες να γράφουν σωστά. Μετά ήταν άλλη μια αχρείαστη γνώση: οι αριστερόχειρες σπρώχνουν το μολύβι, αντί να το τραβούν, όταν γράφουν. Μας το έμαθε ο Νταν Μπράουν στον Κώδικα Ντα Βίντσι. Χρήσιμο κι αυτό να το ξέρεις. Το λες σε καμιά παρέα, περνιέσαι και για διαβασμένος... Ύστερα εκείνο το άλλο άρθρο; Ναι, από εκείνα που διάβαζες στη δουλειά το πρωί, ενώ χαζεύεις στο ίντερνετ. Ναι, εκείνο. Που έλεγε ότι σε μια έρευνα που έγινε από αμερικάνικο πανεπιστήμιο, βρέθηκε ότι οι αριστερόχειρες ζούνε λιγότερο από τους δεξιόχειρες. Εντυπωσιακό κι αυτό. Ειδικά αν κάποιος στην παρέα είναι αριστερόχειρας. Τον τρομοκρατείς σχεδόν. Σαν να του λες ότι θα πεθάνει επί τόπου. Κούφια η ώρα... Ο Ιατροδικαστής το πρωί εκείνο επικοινώνησε με τους γονείς του παιδιού. Ρωτούσε να μάθει ποιό ήταν το καλό του χέρι. «Ναι, οι αριστερόχειρες ζούνε κατά μέσο όρο λιγότερο από τους δεξιόχειρες». Ιδίως όταν χρησιμοποιούν το αριστερό τους χέρι για να κόψουν τις φλέβες του δεξιού. Γονάτισε στο χορτάρι. Τα δάκρυα έφτασαν άραγε πρώτα στο χώμα ή το αίμα; Έκλαιγε από πριν μάλλον. Όχι, όχι, δεν είχαμε Χούντα. Ναι, με το αριστερό είχε μάθει να γράφει. Να τρακάρει δεν πρόλαβε. Ίσως να μην ήξερε καν να οδηγεί. Σφαίρα στο στρατό δεν έριξε. Ούτε με το αριστερό, ούτε με το άλλο, το πούστικο, όπως θα το έλεγαν. Όχι, όχι, τίποτα από όλα αυτά δεν έκανε. Δεν πρόλαβε άλλωστε οι αριστερόχειρες ζούνε λιγότερο από τους δεξιόχειρες. Ζούνε λιγότερο από τους δεξιόχειρες που τους πετάνε κέρματα για να τραγουδήσουν, που τους κλειδώνουν σε ντουλάπες, γιατί δεν είναι αρκετά άντρες όσο εκείνοι, πουτσαράδες, κρητίκαροι, γαμιάδες, μάγκες. Όχι, όχι, εκείνος είναι αριστερόχειρας. Και προς Θεού, μη βρεθεί κανείς να το συσχετίσει με τα πολιτικά αυτό. Όχι, όχι, φλώρος ήταν εκείνος. Αριστερόχειρας. Εξάλλου ξέρεις πόση απελπισία χρειάζεται για να κόψεις τις φλέβες σου με μαχαίρι και να κάτσεις να πεθάνεις από αιμορραγία, ενώ πριν λίγο μιλούσες με τη μάνα σου στο τηλέφωνο; «Με το αριστερό τίποτα! Τζίφος! Σαν πούστης ρίχνω!» «Τραγούδα ρε!»

58 Σ ε λ ί δ α 58 «Μη σε ξαναδώ να γράφεις με αυτό! Θα φύγεις με αποβολή!» «Τραγούδα ρε! Δεν σ' ακούμε!» «Πάτα το συμπλέκτη σιγά σιγά τώρα, και βάλε πρώτη» «Τραγούδα ρε!» «Σαν πούστης...» «Τραγούδα ρε!» Φτάνει! Σιωπή

59 Σ ε λ ί δ α 59 1 η Τιμητική Διάκριση Κώστας Τερζανίδης I wanna be yours Αυτά για σήμερα, παιδιά. Τα λέμε ξανά τη Δευτέρα. Καλό σαββατοκύριακο και να θυμάστε: Μένουμε σπίτι! Ο Ανέστης ούτε που πήρε είδηση πότε τελείωσε το μάθημα. Τα τελευταία δέκα λεπτά ξαναγύρισε στο κρεβάτι του και αφέθηκε στη ζεστασιά που του παρείχε το πάπλωμα έχοντας πρώτα απενεργοποιήσει την κάμερα του λάπτοπ. Το άφησε στην άκρη και έπιασε το κινητό του. Μπήκε στο προφίλ του στο facebook. Φτωχό. Ελάχιστοι φίλοι, μόνο οι συμμαθητές του. Κι απ αυτούς οι μισοί. Για φωτογραφίες δικές του ούτε λόγος. Μόνο κάτι τοπία. Άμα δεν ξέρει ο άλλος ποιος είσαι, πώς θα σου στείλει αίτημα φιλίας, ρε βλάκα; Έψαξε στο φάκελο με τις φωτογραφίες, μπας και βρει έστω και μία καλή. Η μόνη που είχε ήταν μία με τη Λούσυ από τα γενέθλιά του. Μήπως ήταν από τα περσινά; Καλός είμαι εδώ, σκέφτηκε κοιτάζοντας διστακτικά τη φάτσα του. Αν την κόψω, θα είναι μια χαρά. Η Λούσυ, η Λουκία δηλαδή, έτσι την γνώρισε αυτός από τότε που πήγαιναν στο Δημοτικό, ήταν και η μοναδική του φίλη. Οι μανάδες τους έκαναν παρέα και στις επισκέψεις που αντάλλασσαν κουβαλούσαν μαζί και τα παιδιά τους για να παίξουν. Τα βρήκαν αμέσως μεταξύ τους, αφού με την πρώτη ματιά αντιλήφθηκαν ότι εκπέμπουν στο ίδιο μήκος κύματος. Ταυτόσημη ήταν και η γνώμη που σχημάτισαν για τους συμμαθητές τους, ειδικά στο Γυμνάσιο, τους οποίους θεωρούσαν το λιγότερο ανεγκέφαλους. Επόμενο ήταν, λοιπόν, να αναγνωρίσει ο ένας την αξία του άλλου και να γίνουν κολλητοί, τόσο που όλοι τούς έπαιρναν για ζευγάρι. Δεν τους ενοχλούσε καθόλου, ίσα-ίσα τους βόλευε κιόλας και γι αυτό φρόντιζαν να συντηρούν τον μύθο επιδεικνύοντας ιδιαίτερη διαχυτικότητα μπροστά σε τρίτους, αν και ήξεραν καλά ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν πραγματικό ζευγάρι.

60 Σ ε λ ί δ α 60 Ο Ανέστης άνοιξε το YouTube και πληκτρολόγησε τον τίτλο του τραγουδιού: I wanna be yours. Αν και προτιμούσε τα πιο δυναμικά, ροκ κομμάτια των Arctic Monkeys, τελευταία είχε κολλήσει με το συγκεκριμένο. Ήταν η μελωδία του, τόσο απαλή, ερωτική. Και αυτοί οι στίχοι Τι στίχοι, Θεέ μου! Χτες όλο το βράδυ προσπαθούσε να το παίξει στα ντραμς. Ποια ντραμς δηλαδή; Ένα practice pad είχε καταφέρει να αγοράσει, για να κάνει λίγη εξάσκηση. Από πέρσι είχε ξεκινήσει μαθήματα μόνο και μόνο για να κάνει το χατίρι της μάνας του, η οποία ανησυχώντας για την μαλθακότητα του γιου της, σχεδόν τον εκβίασε να αποκτήσει μια εξωσχολική δραστηριότητα. Για άθλημα ούτε λόγος. Μισούσε κάθε μορφή κίνησης, όταν μάλιστα αυτή συνδυάζεται με κούραση και ιδρώτα. Τις ξένες γλώσσες τις βαριόταν. Άλλωστε, το πτυχίο του Lower στα Αγγλικά τού ήταν υπεραρκετό. Σκέφτηκε ότι η μουσική ίσως του έδινε τη λύση και, γιατί όχι, και μια ικανοποίηση. Έπρεπε να επιλέξει όμως έξυπνα το όργανο. Τα ντραμς ήταν το ιδανικότερο, μιας και δεν υπήρχε περίπτωση να του αγοράσουν οι γονείς του ολόκληρο σετ, για να παίζει στο σπίτι. Το να πηγαίνει μία φορά την εβδομάδα στο στούντιο και να βαράει τα τύμπανα δεν φαινόταν άσχημο. Έλα όμως που από το δεύτερο κιόλας μάθημα κόλλησε. Η ένταση που έβγαζε την ώρα που έπαιζε σε συνδυασμό με τη θεραπευτική ικανότητα της μουσικής τού άνοιξε την όρεξη. Ειδικά φέτος που άρχισε δειλά-δειλά να παίζει ολόκληρα κομμάτια. Έστω, στο μικροσκοπικό pad. Ξαναγύρισε στο facebook. Άτομα που ίσως γνωρίζετε. Νάτος πάλι! Πρώτοςπρώτος. Ανδρέας Παπακώστας. Φοιτά στο Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος του Δ.Π.Θ. Τόπος καταγωγής: Φλώρινα. Ένας κοινός φίλος. Σωτήρης Τσομακίδης, Ο Σώτος, ο δάσκαλός του στα ντραμς. Το σκέφτηκε για λίγο. Πολύ λίγο. Προσθήκη. Το πάτησε. Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει επικίνδυνα στο κεφάλι του και την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα. Τα αυτιά του πλημμύριζαν από τη μελωδία του αγαπημένου του τραγουδιού. Κι αυτοί οι αναθεματισμένοι στίχοι! Αυτή τη φορά έβαλε το βίντεο από μια live εμφάνιση του συγκροτήματος, για να παρατηρεί τις κινήσεις των χεριών του ντράμερ. Το βλέμμα του έφυγε από τον ντράμερ και κατευθύνθηκε στις κινήσεις των γοφών του Alex Turner. Σέξι! Έβαλε το χέρι του μέσα στην πιτζάμα του. Του άρεσε να παίζει με τις τρίχες που ξεφύτρωναν όλο και πιο πυκνές στην περιοχή γύρω από τον αφαλό. Το χέρι του κατέβηκε πιο κάτω και χώθηκε στο εσώρουχό του.

61 Σ ε λ ί δ α 61 Έκλεισε τα μάτια. Οι κινήσεις του έγιναν πιο ρυθμικές ακολουθώντας το τέμπο του κομματιού. I wanna be yours I wanna be yours Ο ήχος της βιντεοκλήσης από το Messenger τον αιφνιδίασε διακόπτοντας βίαια την απόλαυση στην οποία είχε παραδοθεί. Σου είπα, ρε μαλάκα, να με πάρεις αμέσως μετά το μάθημα. Γιατί άργησες; Ε, να έβλεπα κάτι βιντεάκια στο YouTube και αφαιρέθηκα Καλά, την είδες σήμερα την Φουντουκλή; Η ρίζα της έχει ήδη βγει. Δεν πρόλαβε, φαίνεται, η καημένη να πάει στο κομμωτήριο, πριν κλείσουν λόγω κορωνοϊού. Μα καλά, δεν μπορεί να τα βάψει από μόνη της; Ντιπ άχρηστη! Ο Ανέστης δεν άκουγε τι του έλεγε η Λούσυ, η φλυαρία της οποίας μπορούσε να γίνει εύκολα ανυπόφορη. Αυτός άλλωστε πάλευε εδώ και μερικά λεπτά με το πάπλωμα προσπαθώντας να ξεφορτωθεί από τη μια το λάπτοπ που του πλάκωνε το στήθος και από την άλλη την περήφανη στύση του, η οποία είχε δεχτεί ύπουλο πλήγμα αναγκάζοντάς τον να τερματίσει άδοξα την ηδονή που του χάρισε. Καλέ, με ακούς που σου μιλάω; Τι κάνεις εκεί; Γιατί κουνιέται έτσι η κάμερα; Α! μη μου πεις ότι τον παίζεις πάλι; Σ έπιασα στα πράσα! Σκάσε, ρε ηλίθια! Θα σταματήσεις επιτέλους να κουνιέσαι; Με ζάλισες! Δε μου λες; Μήπως μιλούσες με κάποιον άλλον και σας διέκοψα; Με ποιον, μωρή να μιλήσω; Λες κι έχω άλλον στον κόσμο εκτός από σένα; Μμμμμ! Αρχίσαμε πάλι το δακρύβρεχτο σενάριο, είμαι μόνος και καταφρονεμένος. Δεν φταίει κανείς που είσαι μονόχνοτος και αντικοινωνικός. Σήμερα, ας πούμε, γιατί έκλεισες την κάμερα την ώρα του μαθήματος; Δεν είχα καμία όρεξη να βλέπω τις κωλόφατσες των κάφρων συμμαθητών μας και φυσικά ούτε να με βλέπουν αυτοί. Ναι, μωρέ, όλοι οι άλλοι είναι κάφροι, ενώ εσύ είσαι ο μόνος έξυπνος. Άντε, καλά. Κι εσύ κάτι λες. Και η Κατερίνα; Που σε συμπαθεί τόσο; Καλέ, τι λέω; Λιώνει για πάρτη σου. Λούσυ, άσε το δούλεμα. Τελικά πρέπει να κάνω λίγο στην άκρη. Αρκετή χαλάστρα σου κάνω, νομίζω. Ναι, για τόλμησε

62 Σ ε λ ί δ α 62 Έτσι κι αλλιώς, έτσι όπως είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας, δεν πρόκειται να δούμε χαρά στα σκέλια μας. Γαμώτο! Και πάνω που υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι φέτος θα το κάνω. Με ποιον θα το έκανες, ρε; Αφού η μόνη αρσενική γάτα που σε πλησιάζει είμαι εγώ. Αν θες να ξέρεις, χτες συνάντησα στις σκάλες τον φοιτητή που μένει από κάτω μας και έκανε στην άκρη να περάσω. Μου χαμογέλασε κιόλας. Σε απέφυγε, ρε ηλίθια! Φοβήθηκε μην τον κολλήσεις με κορωνοϊό. Ναι, καλά Δε θα βγούμε κάποια στιγμή από την καραντίνα; Θα σκάσεις από τη ζήλια σου που εγώ θα έχω κάνει σεξ κι εσύ θα είσαι ακόμα με το πουλί στο χέρι. Στο άκουσμα της λέξης φοιτητής ο Ανέστης τσέκαρε το κινητό του. Καμία ειδοποίηση στο facebook. Η Λούσυ το παρατήρησε. Μπα! Τι βλέπω; Έβαλες φωτογραφία με τη φάτσα σου στο προφίλ σου; Επιτέλους! Μπας και ξεστραβωθεί κανένας και σου κάνει αίτημα φιλίας. Σ αρέσει; Ωραίος είσαι. Για περίμενε Αυτή δεν είναι που βγάλαμε πέρσι στα γενέθλιά σου; Εγώ πού είμαι; Μ έκοψες, ρε αρχίδι; Λες να έβαζα κι εσένα δίπλα μου; Πώς την είδες δηλαδή; Σε πειράζω, βρε! Κούκλος είσαι. Άντε να δούμε τώρα τι πουλιά θα πιάσεις. Κυριολεκτώ, ε; Από τότε που εκμυστηρεύθηκε στη Λούσυ το μεγάλο του μυστικό, δε σταματούσε να τον πειράζει. Ο Ανέστης είχε επιλέξει το πάρτι για τα δέκατα έκτα γενέθλιά του για να αποκαλύψει στη φίλη του τις ερωτικές του προτιμήσεις. Ποιο πάρτι δηλαδή, αφού οι δυο τους ήταν πάλι. Η Λούσυ έδειξε υπερβολικό ενθουσιασμό με την αποκάλυψη. Όχι ότι δεν το υποψιαζόταν ότι ο φίλος της ήταν γκέι. Τόσα χρόνια κολλητοί και δεν της την είχε πέσει. Και δεν την έπειθαν οι δικαιολογίες ότι ήταν φίλοι. Δεν απογοητεύτηκε όμως, αφού και η ίδια δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ήθελε μόνο να πειραματιστεί πάνω σε αυτόν τον τομέα και το μόνο διαθέσιμο πειραματόζωο ήταν ο Ανέστης. Μάλιστα, τον έπεισε να φιληθούν εκείνο το βράδυ, αφού πρώτα είχαν καταναλώσει άφθονη ποσότητα μπίρας. Η άμεση αντίδραση του Ανέστη ήταν ένας γενναιόδωρος εμετός, ευτυχώς πρόλαβε κι έτρεξε στη λεκάνη της

63 Σ ε λ ί δ α 63 τουαλέτας χωρίς να λερώσει το πανάκριβο χαλί της μαμάς του. Η Λούσυ πάντως αυτό δεν το εξέλαβε ως επακόλουθο του φιλιού. Α! δε σου είπα. Ξεκίνησα μια φοβερή σειρά στο Netflix. The end of the fucking world. Φοβερή μιλάμε! Είναι δύο φίλοι, αγόρι και κορίτσι, λίγο psycho, σαν εμάς ένα πράγμα, που το σκάνε από τα σπίτια τους και μπλέκουν σε απίθανες καταστάσεις. Πάνε σ ένα μοτέλ και Η γνωστή φλυαρία της Λούσυ. Την είχε συνηθίσει πια, απλά από κάποια στιγμή κι έπειτα έπαυε να την ακούει, την έβαζε στο αθόρυβο. Όχι πάντα. Όταν είχε άλλα στο μυαλό του. Όπως τώρα. Λούσυ έστειλα. Τι έστειλες; Αίτημα φιλίας; Σε ποιον; Ο Ανέστης την κοιτούσε όλο νόημα μ ένα χαμόγελο που έφτανε μέχρι τ αυτιά. Η Λούσυ μπορούσε εύκολα να διακρίνει τον ενθουσιασμό του ακόμα και μέσα από την άψυχη οθόνη του υπολογιστή που εμπόδιζε τη φυσική τους επαφή. Ο αιφνιδιασμός από τη δήλωση του φίλου της κράτησε μόλις λίγα δευτερόλεπτα. Η Λούση τα έπιανε αμέσως κάτι τέτοια. Μη μου πεις; Πότε; Πώς; Το πρόσωπό του έλαμπε ολόκληρο κάνοντας τις όποιες ατέλειες, όπως η μικρή απόσταση που είχαν τα μάτια του μεταξύ τους ή τα υπερβολικά στενά του χείλια και φυσικά τα αναπόφευκτα σπυράκια της εφηβείας, να σβήνουν μεμιάς. Η Λούσυ δεν μπορούσε παρά να παρασυρθεί από τη χαρά του φίλου της. Η αλήθεια είναι ότι δεν την είχε συνηθίσει σε τέτοιες παράτολμες ενέργειες. Είσαι πολύ low profile, του έλεγε, πρέπει να γίνεις πιο risky, να τολμάς. Έτσι, θα δείχνεις πιο γοητευτικός, πιο μυστήριος. Να! σαν εμένα. Ειδικά στον ερωτικό τομέα ο Ανέστης δεν είχε να επιδείξει σπουδαίες επιδόσεις. Όχι αδικαιολόγητα. Το να μεγαλώνει ένας έφηβος σε μια μικρή επαρχιακή πόλη δεν είναι κι εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον όταν συνειδητοποιεί ότι είναι ομοφυλόφιλος. Πάλι καλά που είχε δίπλα του τη Λούσυ που τον ενθάρρυνε και τον στήριζε. Δεν είχε εκφραστεί ανοιχτά ποτέ για κανέναν ούτε είχε αφήσει να εννοηθεί ότι γουστάρει κάποιον. Και όταν πριν δύο εβδομάδες περίπου της είπε ότι γνώρισε ένα φοιτητή στο στούντιο όπου μαθαίνει ντραμς, δεν

64 Σ ε λ ί δ α 64 έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Σιγά τώρα μην ασχοληθεί ο φοιτητής του Πολυτεχνείου με τον μαθητή της Β Λυκείου. Εδώ που τα λέμε, δεν είχε γίνει και καμιά σπουδαία γνωριμία. Ο φοιτητής είχε μάθημα αμέσως μετά τον Ανέστη, στις οχτώμιση. Με το που τελείωνε το μάθημα, περνούσε στο διπλανό δωματιάκι που το χώριζε από την αίθουσα διδασκαλίας μια μεγάλη τζαμαρία και από κει έπαιρνε μάτι τον φοιτητή καθυστερώντας όλως τυχαίως την αναχώρησή του. Παρατηρούσε τον τρόπο που κουνούσε τα μεγάλα αδέξια χέρια του, τα μακριά του πόδια που προσπαθούσαν να βολευτούν ανάμεσα στα τύμπανα, το μεγάλο του στόμα που αποκάλυπτε το κενό ανάμεσα στα μπροστινά του δόντια και κυρίως τα μακριά σγουρά μαλλιά που έπεφταν μπροστά στα μάτια του και ενοχλούσαν το οπτικό του πεδίο. Δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα, μόνο ένα χαμόγελο την ώρα που ο ένας έπαιρνε τη θέση του άλλου στο μικρό σκαμπό μπροστά στο σετ. Ώσπου, ο δάσκαλος, σαν να διάβασε τη σκέψη του μικρού μαθητή του, πήρε την πρωτοβουλία και τους σύστησε. Το πρώτο βήμα έγινε. Για το επόμενο έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος δράση. Και; Το έκανε δεκτό; Όχι ακόμα. Περιμένω. Η Λούσυ διέκρινε την αγωνία στα μάτια του φίλου της. Για την ακρίβεια δεν ήταν τόσο αγωνία. Πιο πολύ περιέργεια για το τι θα συμβεί και ανυπομονησία για την πιθανή ευτυχή ή μη έκβαση των πραγμάτων. Δεν είχε και πολλή σημασία. Ούτως ή άλλως, ο Ανέστης είχε καταφέρει κάτι πολύ σπουδαίο, κάτι που μόνο περήφανο έπρεπε να τον κάνει και να μην τον καταβάλλει το άγχος και η αγωνία. Τι ώρα το έστειλες; Πριν λίγο. Α, εντάξει. Νωρίς είναι. Δεν ξέρεις ότι οι φοιτητές κοιμούνται τέτοια ώρα; Κατά το απογευματάκι να περιμένεις. Κι άμα έχει γκόμενα; Κοίτα, το πιο πιθανό είναι να έχει και μάλιστα αυτή τη στιγμή να κοιμάται δίπλα της μετά από ένα ολονύκτιο πήδημα. Αλλά τι σε νοιάζει; Δεν του ζήτησες να τον πιάσεις γκόμενο, φίλοι τού ζήτησες να γίνετε. Ποιο το κακό; Είχε δίκιο η Λούσυ. Δεν υπήρχε κανένα κακό στην κίνησή του. Γιατί όμως αυτός φοβόταν ότι ο έμπειρος φοιτητής θα καταλάβαινε τις προθέσεις του; Ή μήπως τις

65 Σ ε λ ί δ α 65 έχει καταλάβει ήδη; Δεν έχει δει άραγε που τρέμει ολόκληρος, όταν συναντιούνται στο στούντιο; Πώς τον τρώει με τα μάτια του την ώρα που παίζει; Πως μπέρδεψε τα λόγια του όταν συστήθηκαν και αντί να πει ότι είναι μαθητής είπε φοιτητής κι έσκασε στα γέλια ο δάσκαλός του; Κι αν τον κάνει βούκινο σε όλο το στούντιο, σε όλο το σχολείο, σε όλη την πόλη; Ωχ! έκανε ο Ανέστης. Τον παραλογισμό του διέκοψε η ειδοποίηση που εμφανίστηκε στο προφίλ του. Ο Ανδρέας Παπακώστας αποδέχτηκε το αίτημα φιλίας σας. Τι έπαθες; Έλα, σε κλείνω τα λέμε μετά. Γίναμε φίλοι! Γίναμε φίλοι! Ο Ανέστης δεν το πίστευε. Σηκώθηκε αμέσως απ το κρεβάτι του και άρχισε να περπατάει πέρα-δώθε. Δεν τον χωρούσε το δωμάτιό του, ένιωθε ότι πνιγόταν, ήθελε να φωνάξει από χαρά. Τόσα συναισθήματα μαζεμένα πώς να τα ελέγξει; Άνοιξε το παράθυρο και πήρε βαθιές ανάσες. Ήλπιζε ότι το δροσερό αεράκι θα του καθάριζε το μυαλό. Και τώρα τι κάνω; Να περιμένει μέχρι την επόμενη συνάντηση. Και πότε θα είναι αυτή; Με τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν είναι πολύ πιθανό να μη ξαναγίνουν μαθήματα. Δηλαδή δε θα τον ξαναδώ; Χωρίς να το σκεφτεί άλλο, άρπαξε το κινητό και μπήκε στο Messenger. Γεια χαρά! Πώς είσαι; Γεια χαρά, πώς είσαι; Κάτι καλύτερο δεν μπορούσε να βρει να στείλει; Και τι να έστελνε; Ούτε κάτι πολύ φιλικό αλλά ούτε και εντελώς ουδέτερο. Κάτι τυπικό αλλά και χιουμοριστικό και κάπως πνευματώδες. Να αφήνει κι ένα υπονοούμενο. Ηρέμησε, Ανέστη! Πώς πάει, φίλε; Εγώ δεν την παλεύω. Τόσες μέρες μέσα έχω λαλήσει. Δεν έχετε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο; Τι βλάκας! Εννοείται πως δεν έχουν. Τηλεμαθήματα εννοώ. Ντάξει, κάνουμε κι απ αυτά. Εσείς; Κι εμείς κάνουμε, αλλά χαλαρά. Άσε, φίλε, μεγάλη πίκρα. Ούτε έναν καφέ να πιεις έξω στον ήλιο, ούτε ένα μπασκετάκι να παίξεις. Ευτυχώς έχω το σετ και ξεδίνω.

66 Σ ε λ ί δ α 66 Α! έχεις σετ στο σπίτι; Τέλεια! Του δίνεις και καταλαβαίνει. Δε λες τίποτα! Να φανταστείς χτες πορώθηκα και δεν ξέρω πόσες ώρες βάραγα τα τύμπανα, ώσπου ήρθε η γειτόνισσα και μου έκανε παρατήρηση. Κι εμένα μου λείπουν πολύ. Μου φαίνεται θα ξεχάσω και αυτά που έμαθα. Γιατί δεν έρχεσαι καμιά μέρα στο σπίτι να παίξεις; Εεεε πώς; Δε θα κολλήσεις τίποτα. Εγώ θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο, αν φοβάσαι Όχι, δεν Θα κρατάμε τις αποστάσεις Χαχα! Λοιπόν; Η καρδιά του Ανέστη είχε σταματήσει, αλλά η σκέψη του έτρεχε με χίλια. Να πάω; Να μην πάω; Τι θα πω στη μαμά; Θα πάω το πρωί που θα λείπει στη δουλειά. Είναι δυνατόν να μην πάω; Τι θα φορέσω; Δεν πρόλαβα και να κουρευτώ. Να πάρω τη Λούσυ. Το σπυράκι στη μύτη έφυγε; Έκλεισε τα μάτια. Ηρέμησε! Πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε τις μπακέτες. Κοίταξε το wallpaper του Alex Turner στο λάπτοπ. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Οκ!

67 Σ ε λ ί δ α 67 2 η Τιμητική Διάκριση Μαρία Νικολούδη Ανατροπές Το λεωφορείο σταμάτησε στη στάση. Ήταν τόσοι πολλοί μέσα, που ακόμα και όταν άνοιξε τις πόρτες του και μερικοί σαρδελοποιημένοι κατέβηκαν, δεν μπορούσες να φανταστείς ότι όσοι περίμεναν θα μπορούσαν να επιβιβαστούν. Παρόλα αυτά, σπρώχνοντας, άρχισαν να ανεβαίνουν όσοι περίμεναν στη στάση. Η Αλίνα κοίταξε το ρολόι της, είχε ήδη καθυστερήσει, πήρε μια βαθιά ανάσα και χώθηκε και αυτή στο τσούρμο που ανέβαινε. Το αυτοκίνητο της, ενός έτους πανάκριβο αυτοκίνητο, σήμερα αποφάσισε να μην πάρει μπροστά και διάλεξε και τη μέρα που είχαν απεργία οι ταξιτζήδες. Η μοναδική επιλογή που είχε για να πάει στη δουλεία της, ήταν να πάρει το λεωφορείο. Με το ένα χέρι ψηλά να πιάνει τη χειρολαβή, προσπαθούσε να σταθεροποιηθεί. Της ήρθε να κλείσει τη μύτη της από τη μασχαλίλα που αναδυόταν από τόσα σηκωμένα χέρια. Με το χέρι που κρεμόταν η τσάντα της, σήκωσε το σακάκι της και έβαλε όσο πιο κοντά γινόταν τη μύτη της, για να εισπνέει όσο το δυνατόν το άρωμά της. Και το χέρι που κρατιόταν από τη χειρολαβή να ελευθέρωνε πού θα πήγαινε; Να πέσει ούτε λόγος, θα ακούμπαγε περισσότερο σε κάποιον από τους συνεπιβάτες της. Η σκέψη την ανακάτεψε ή η μασχαλίλα; Δεν ήταν σίγουρη. Αφού, εν τέλει, κατάφερε να υπομείνει το μισάωρο της διαδρομής, κατέβηκε κακήν κακώς και ορκίστηκε στον εαυτό της να μην ξαναμπεί σε λεωφορείο. Η εμφάνισή της, παρά την ταλαιπωρία, παρέμεινε αψεγάδιαστη, από το σινιόν που συγκρατούσε τα κατάξανθα μαλλιά της δεν ξέφευγε ούτε τρίχα, τα πανάκριβα ρούχα της ήταν ατσαλάκωτα και ο αέρας που απέπνεε σε προϊδέαζε, πως πρόκειται, για ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη γυναίκα.

68 Σ ε λ ί δ α 68 Μπήκε μέσα στο γραφείο που είχε ταμπέλα «Διευθύνων σύμβουλος». Ο Παύλος μιλούσε στο τηλέφωνο. Έσκυψε και τον φίλησε φευγαλέα στα χείλη. Όταν κατάλαβε πως η συνομιλία δεν θα τελείωνε σύντομα, του χαμογέλασε και έφυγε για το γραφείο της. Οι ματιές του υπόλοιπου προσωπικού είχαν γίνει πολύ επιφυλακτικές, έως και εχθρικές. Τους είχε ακούσει να την λένε «σκρόφα». Άκουσε το κινητό της να χτυπάει, στην οθόνη αναγραφόταν ένας άγνωστος αριθμός «Ναι» απάντησε. Δεν άκουσε τίποτα. Πάνω που ετοιμαζόταν να το κλείσει ακούει «Κα κα κα κα κα καλημέρα σας». Ωραία! Τώρα της έκαναν και πλάκα. «Το το το το πο πορτοφόλι σας» συνέχισε η φωνή. «Ρε άι σιχτίρ» απάντησε αγριεμένα και διέκοψε την κλήση. Πέταξε το κινητό με δύναμη πάνω στο γραφείο της. Τα νεύρα της είχαν αρχίσει να τεντώνονται, άρχισε να παίρνει βαθιές εισπνοές και να μετράει. Πριν τελειώσει η δεύτερη εκπνοή πετάχτηκε όρθια, πήγε στο ντουλάπι που έβαζε την τσάντα της και την άνοιξε. Δεν έβλεπε πουθενά το πορτοφόλι της. Έπιασε την τσάντα και μέσα στον πανικό της την αναποδογύρισε πάνω στο γραφείο της. Χίλια δύο πράγματα ξεχύθηκαν, αλλά το πορτοφόλι της ήταν άφαντο. Στη σκέψη πως είχε μέσα ένα σωρό κάρτες, της κόπηκαν τα πόδια. Βούτηξε το κινητό της και κάλεσε τον τελευταίο αριθμό. Με το που κατάλαβε πως κάποιος απάντησε στην κλήση της άρχισε απολογητικά «Χίλια συγνώμη» πήγε να πει που σας έβρισα, αλλά τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε, «που ήμουν τόσο αγενής» είπε τελικά, «νόμιζα πως κάποιος μου έκανε πλάκα. Έχετε βρει το πορτοφόλι μου;» «Το το το το βρη βρηκα ε ε ε έξω από την πόρτα μου, και και και πα πα πάνω που που ε ε ε ετοιμαζόμουν να να να το πάω στην α α α α αστυνομία είδα το σημείωμά σας με το κι κι κι κινητό σας». «Σας παρακαλώ πολύ, μπορείτε να μου στείλετε τη διεύθυνσή σας σε μήνυμα, να περάσω το απογευματάκι να το πάρω;» Αν περίμενε να της πει τη διεύθυνσή του θα ξημερώνονταν, «και θα ήθελα να ανοίξετε το πορτοφόλι και να μου πείτε αν έχει μέσα 7 κάρτες τραπεζών, αλλιώς να τις ακυρώσω». Μετά από λίγη καθυστέρηση τον άκουσε να λέει «Ε ε ε ε έχει. Λε λε λε λεφτά δεν έχει»

69 Σ ε λ ί δ α 69 «Καλά, αυτό το περίμενα, αλλά τουλάχιστον δεν θα μπω σε άλλη ταλαιπωρία. Σας παρακαλώ, στείλετε μου τη διεύθυνσή σας και θα περάσω κατά τις 5:00 και πάλι χίλια ευχαριστώ». «Κα κα κα κα καλά» απάντησε και η συνομιλία έλαβε τέλος. Μετά από ένα λεπτό της ήρθε το μήνυμα με τη διεύθυνση. Ευτυχώς, στα δάχτυλα ήταν γρήγορος. Πήρε στο εσωτερικό τηλέφωνο την Άννα, που έμενε στην ίδια περιοχή με τον Άρη, έτσι τον έλεγαν σύμφωνα με το μήνυμα που της έστειλε και της ζήτησε να την πάρει μαζί της όταν θα έφευγε. Μετά έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά που είχε μείνει πίσω με όλα τα πρωινά συμβάντα. Πότε πέρασε η ώρα ούτε που το κατάλαβε. Στις 4:00 περίπου είδε στο εσωτερικό να την καλεί ο Παύλος. «Έλα αγάπη μου!» «Μπορείς να έρθεις στο γραφείο μου;» «Σε δύο λεπτά είμαι εκεί» απάντησε η Αλίνα. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε χαμογελαστή. Ο Παύλος καθόταν στο γραφείο του στριφνός. «Τί έγινε αγάπη μου, γιατί έχεις αυτά τα μούτρα; Πόσα καράβια σου, έπεσαν έξω;» των ρώτησε πειραχτικά. «Έμαθε για εμάς η γυναίκα μου» της είπε ο Παύλος μελοδραματικά. Η Αλίνα στο άκουσμα της πρότασή του ξεφύσηξε «Καιρός ήταν να το μάθει, αφού εσύ τόσο καιρό δεν το έπαιρνες απόφαση να της το πεις. Έστω κι έτσι θα μπορέσουμε να κάνουμε μαζί όσα σχεδιάζαμε, να και ένα ευχάριστο νέο σήμερα». Τον κοίταξε που καθόταν ακόμα σκυθρωπός. Ο Παύλος δεν φαινόταν να συμμερίζεται την χαρά της. Έβηξε καθάρισε το λαιμό του και είπε «Η γυναίκα μου έχει το 51 % της εταιρείας, μου ζήτησε να σε απολύσω, όπως καταλαβαίνεις δεν υπάρχει κάποια άλλη λύση». Η Αλίνα τον κοίταξε συγχυσμένη «δε μπορεί να μιλάς σοβαρά» «Μην το κάνεις πιο δύσκολο, έχω φροντίσει να πάρεις πολύ καλή αποζημίωση, παρόλο που η γυναίκα μου επέμενε να μην πάρεις τίποτα». Έτσι όπως της το έλεγε έπρεπε να του πει και ευχαριστώ. Τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Η Αλίνα προσπάθησε να περισώσει όσο μπορούσε την αξιοπρέπειά της. Έμεινε ανέκφραστη και τον κοίταξε, μετά γύρισε και έφτασε ως την πόρτα, δεν κρατήθηκε, έστρεψε το κεφάλι της και του είπε δυνατά «η αλήθεια είναι ότι είσαι πολύ

70 Σ ε λ ί δ α 70 μικροτσούτσουνος, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο». Σε κλάσματα δευτερολέπτου ο Παύλος έγινε κατακόκκινος. Μόνο αυτό μπόρεσε να δει πριν γυρίσει και με το κεφάλι ψηλά κάνει ηρωική έξοδο. Τουλάχιστον 20 υπάλληλοι είχαν ακούσει την τελευταία ατάκα της. Θα έπρεπε να σκεφτεί κάτι πιο κυριλέ όμως η προδοσία, της θόλωσε το μυαλό. Και μόνο η τελευταία αντίδραση του Παύλου, όπως είχε αποτυπωθεί στο μυαλό της, της προκαλούσε βαθιά ικανοποίηση. Η διεύθυνση που της είχε δώσει ο Άρης την οδήγησε σε μια πανέμορφη μονοκατοικία. Η σκέψη πως αυτός την είχε κλέψει και περίμενε να πάρει και εύρετρα ξεθώριασε στο μυαλό της. Χτύπησε το κουδούνι, η πόρτα της εισόδου άνοιξε και εμφανίστηκε ένα περίεργος τύπος. Φορούσε μια πράσινη ζακέτα και ένα φουλάρι κίτρινο με μπλε. Τα μαλλιά του ήταν μακριά μέχρι τους ώμους. «Πε πε πε περάστε». Η Αλίνα προχώρησε στο εσωτερικό του σπιτιού και η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν πως για να ολοκληρωθεί αυτή η τέλεια ημέρα, ο παράξενος οικοδεσπότης θα την βίαζε, θα την σκότωνε και μετά θα την έκανε κομματάκια και θα την έβαζε σε πλαστικές σακούλες. Φευγαλέα, της πέρασε από το μυαλό, πως ο οικοδεσπότης είναι gay. Και ήταν σίγουρη, γιατί αυτός, παραδόξως, δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει. Τουναντίον. Συνέχισε να βαδίζει προς το εσωτερικό του σπιτικού. Τα έπιπλα ήταν ελάχιστα και ο χώρος τεράστιος. Όχι από έλλειψη επίπλων αλλά από άποψη, για αυτό ήταν σίγουρη. Μια εντελώς μίνιμαλ διακόσμηση. Ένας καναπές σε σκούρο καφέ, μια πολυθρόνα μπεζ και ένα τραπεζάκι, τίποτα άλλο. Πάνω στο τραπεζάκι είχε το πορτοφόλι της. Το πήρε στα χέρια της. «Σας ευχαριστώ πολύ, τι σας οφείλω;» Ο Άρης δεν φάνηκε να περίμενε την ερώτηση. Την κοίταξε ερωτηματικά; «Για το πορτοφόλι» εξήγησε η Αλίνα. «Τι τι τι τι τίποτα, α α α αλλοίμονο, θε θε θέλετε ένα ποτό;» Η Αλίνα δεν έπινε, αλλά αυτή η πρόταση, στην παρούσα κατάσταση, της φάνηκε πολύ δελεαστική «Ευχαρίστως». Ο Άρης εξαφανίστηκε σε μία πόρτα. Ο Άρης από τον Άρη, σκέφτηκε η Αλίνα και γέλασε μόνη της, καθώς καθόταν στον καναπέ. Επέστρεψε με ένα κρυστάλλινο κολονάτο

71 Σ ε λ ί δ α 71 ποτήρι με μπράντι. Η Αλίνα, αφού το σήκωσε ψηλά, ως ένδειξη πως έπινε στην υγειά του οικοδεσπότη, στη συνέχεια το έφερε στα χείλι της και το κατέβασε μονορούφι. Ο Άρης δεν της το είχε. Φαινόταν πολύ καθωσπρέπει, γεμάτη με στεγανά, αλλά φυσικά, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και η ζωή του. Η Αλίνα κατακάηκε από το σκουρόχρωμο υγρό. Τα μάτια της βούρκωσαν. «Δεν συνηθίζω να πίνω» είπε στον Άρη απολογητικά «αλλά με πετύχατε σε πολύ δύσκολη μέρα». Ο Άρης εξαφανίστηκε για ένα λεπτό και επέστρεψε με το μπουκάλι. Της το έδειξε σαν βουβή ερώτηση για να ξαναγεμίσει το ποτήρι της. Απέφευγε τα λόγια. «Ναι σας παρακαλώ». Μετά το πρώτο σοκ του οργανισμού, ένιωσε να λύνετε. Και το δεύτερο το κατέβασε εν ριπή οφθαλμού. Τώρα ένιωθε πολύ καλύτερα. Ο Άρης είχε κάτσει στην πολυθρόνα και την παρακολουθούσε. «Αν έπρεπε να διαλέξετε πώς θα σας έβλεπαν οι άλλοι, ως πρόβατο ή ως γεράκι, τί θα επιλέγατε;» ρώτησε η Αλίνα απροσδόκητα. Ο Άρης φάνηκε να το σκέφτετε «ω ω ω ω ως σκύλος» είπε τελικά. Η Αλίνα προβληματίστηκε από την απάντηση. «Α, αυτή την επιλογή δεν σας την έδωσα» και συνέχισε με πικρία «αλλά το χειρότερο είναι, ότι δεν την έδωσα ούτε στον εαυτό μου». Ο Άρης δεν κατάλαβε τί ήθελε να πει, αλλά ούτε και ρώτησε. Η Αλίνα πήρε το μπουκάλι και ξαναγέμισε το ποτήρι της. «Σήμερα με απολύσανε» είπε και ξαναστράγγισε το ποτήρι. Ο Άρης που αμφιταλαντευόταν αν έπρεπε να την αφήσει να πίνει, αποφάσισε, μετά την τελευταία εκμυστήρευση, να την αφήσει ελεύθερη. Δεν είναι λίγο να χάνεις τη δουλεία σου στις μέρες μας. Βέβαια, δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα κατέληγε. Ο Άρης καθόταν στην πολυθρόνα και κοιτούσε ήρεμα και υπομονετικά την Αλίνα. Όπως είχε σταυρώσει τα πόδια του φτανόντουσαν οι κόκκινες κάλτσες του. Εικοσιτέσσερις ώρες πριν, θα τον είχε χλευάσει για την ομιλία του, για τον εμφανή προσανατολισμό του, για το ντύσιμό του, για την ανεκτική συμπεριφορά του. Τώρα όμως, της έβγαζε κάτι διαφορετικό. Τι να έφταιγε; Τα σημερινά συμβάντα ή το ποτό; «Είχα σχέση με το αφεντικό μου» ξεφούρνησε και περίμενε αντιδράσεις. Ο Άρης την κοίταζε χωρίς να την κρίνει. Αυτό της έδωσε θάρρος να συνεχίσει. Μίλαγε και έπινε, έπινε και μίλαγε. Τα λεπτά έγιναν ώρες. Όσα δεν είχε ξεστομίσει ποτέ

72 Σ ε λ ί δ α 72 στη ζωή της, έφραζαν το λαιμό της και ζητούσαν διέξοδο. Ξεπήδαγαν άναρχα και χωρίς συνοχή. Δεν μπορούσε και δεν ήθελε να τα σταματήσει. Ξεκίνησε με τα πιο πρόσφατα. Μίλησε για τον Παύλο, μίλησε για τη δουλεία της, μίλησε για τους συναδέλφους της. Του αποκάλυψε πως την αποκαλούσαν «σκρόφα» και πως μέχρι εχθές το φχαριστιόταν κιόλας. Μετά, έπιασε παλιότερες αμαρτίες. Του μίλησε για τη σχέση που είχε κάνει με έναν καθηγητή της στο πανεπιστήμιο. Κι αυτός παντρεμένος. Για το κουταλάκι που είχε κλέψει σε μία χοροεσπερίδα. Του μίλησε για την υπερβολική και σπαστική μάνα της, που προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να την παντρέψει. Θυμήθηκε τη μοναδική της φίλη την Μαρία, που δεν πήγε στο γάμο της για να τελειώσει ένα πρότζεκτ. Έκτοτε δεν την ξαναείδε. Μίλησε, μίλησε, μίλησε... Ότι μπορούσε να θυμηθεί από το κακό παρελθόν της, το είπε χωρίς καμία αναστολή. Όταν το μπουκάλι στέρεψε, στέρεψαν και οι λέξεις. Έγειρε το κεφάλι της στον καναπέ και παρέμεινε ακούνητη. Ο Άρης βόλεψε το κεφάλι της σε ένα μαξιλάρι και την σκέπασε με μια κουβέρτα. Το πρωί το κεφάλι της κόντευε να σπάσει. Με πολύ αργές κινήσεις κατάφερε να κατεβάσει τα πόδια της από τον καναπέ και να ανασηκωθεί. Εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο ο Άρης κρατώντας μια κούπα. Της την άφησε μπροστά της στο τραπεζάκι. Ο καφές μοσχομύριζε. Η Αλίνα σήκωσε το χέρι της και το κούνησε ακριβώς πάνω από το κεφάλι της. «Τι τι τι κα κάνεις;» ρώτησε ο Άρης. «Ψάχνω τον ελέφαντα που έχει κάτσει πάνω στο κεφάλι μου». Ο Άρης χαμογέλασε, εξαφανίστηκε και μετά από ένα λεπτό επέστεψε με ένα κουτί ασπιρίνες και ένα ποτήρι νερό. Τα ακούμπησε και αυτά πάνω στο τραπεζάκι. Η Αλίνα πήρε το κουτί με τις ασπιρίνες. Έβγαλε την καρτέλα και ρώτησε «όλες να τις πιώ;» Πάνω που πήγε να απαντήσει ο Άρης, η Αλίνα χαμογέλασε «Πλάκα κάνω, αν και φαντάζομαι ότι θα σου φαινόταν κι αυτό πιθανό». Αφού ήπιε την ασπιρίνη πήγε στην τουαλέτα. Με το που αντίκρισε τον εαυτό της στον καθρέφτη της ήρθε κόλπος. Έμοιαζε και με ζουρλή και με μαστουρωμένη. Τα μαλλιά της είχαν ξεφύγει από τον κότσο και έπεφταν ανάκατα από δω και από κει. Το

73 Σ ε λ ί δ α 73 αναμαλλιασμένο λουκ της όμως δεν έπιανε τίποτα μπροστά στο φοβιστικό πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα. Το χθεσινό μακιγιάζ είχε απλωθεί παντού στο πρόσωπο της. Σαπουνίστηκε, χτενίστηκε και επέστρεψε στο δωμάτιο. Έτσι ταλαιπωρημένη και άβαφη, έμοιαζε μικρή και άβγαλτη. Την ίδια στιγμή χτύπησε το κινητό της. Κοίταξε την οθόνη. Η μάνα της. Είχε τρεις αναπάντητες. Αν είχε καλέσει στο σπίτι, θα είχε ανησυχήσει. «Έλα μαμά» απάντησε, «όχι δεν κοιμήθηκα σπίτι, κοιμήθηκα σε έναν φίλο». Τί να έλεγε ότι κοιμήθηκε σε έναν ξένο; «Θα σε πάρω πιο μετά» και έκλεισε. Φανταζόταν τη μάνα της να χοροπηδάει από τη χαρά της. Το κατάλαβε από τον τόνο της φωνής της. Το απόγευμα θα της έλεγε να διαλέξουν μπομπονιέρες. Βέβαια, αν έβλεπε τον Άρη θα της έμενε η χαρά στα δόντια, αλλά δεν τον έβλεπε. Σήμερα οι επιλογές του ήταν πιο εξτρίμ. Είχε βάλει όλα τα χρώματα πάνω του. Δεν είχε ξαναδεί πιο παρδαλό ντύσιμο στη ζωή της. Της ίδιας όμως, ίσως και λόγω της χτεσινής βραδιάς, της σηματοδοτούσε μια ελευθερία, που ήταν άγνωστη για αυτή. Άγνωστη αλλά απελευθερωτική. «Δεν ξέρω τι να πω» τον κοίταξε αβέβαια «Τα είπα όλα το βράδυ» είπε τελικά. «Ο ο ο όλοι έ ε ε έχουμε άσχημες στιγμές. Χαί χαι χαι χαίρομαι που φάνηκα χρήσιμος». «Εκτός από όλα αυτά που είπα το βράδυ, υπάρχει και μια άλλη πλευρά του εαυτού μου που είναι καλή, το ξέρω ότι είσαστε ένας ξένος και πως δεν σας νοιάζει, αλλά νιώθω την ανάγκη να υπερασπιστώ κάπως τον εαυτό μου» ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, «πρέπει να φύγω, ώστε να μη χρειαστεί να με πετάξετε έξω με τις κλωτσιές, αρκετά καταχράστηκα το χρόνο σας». Έσκυψε πήρε το πορτοφόλι της και το πέταξε στην τσάντα της. Κοντοστάθηκε «Θα μπορούσατε να μου δανείσετε 10 ευρώ για το ταξί; Σας υπόσχομαι ότι θα σας τα επιστρέψω». Ο Άρης έβγαλε από την τσέπη του 10 ευρώ και της τα έδωσε. «Σας ευχαριστώ πολύ» είπε και σε κλάσματα δευτερολέπτου εξαφανίστηκε. Δυο μέρες μετά έστειλε μήνυμα τον Άρη: «Θα μπορούσα να περάσω σήμερα όποια ώρα σας βολεύει να σας δώσω τα χρήματά σας;» Ο Άρης απάντησε: «Θα προτιμούσα να σας κάνω το τραπέζι στο ziz, έχω μια επαγγελματική πρόταση να σας κάνω».

74 Σ ε λ ί δ α 74 Η Αλίνα παραξενεύτηκε, το ziz ήταν πανάκριβο, ο Άρης δεν της είχε δώσει την εντύπωση ότι δούλευε, αλλά πάλι φαινόταν ότι διαθέτει κάποια οικονομική επιφάνεια. Παλιότερα, θα ντρεπόταν να εμφανιστεί δημόσια με κάποιον τόσο διαφορετικό και αλλόκοτο όπως ο Άρης, τώρα όμως είχε αρχίσει να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά «στις 8 θα είμαι εκεί» απάντησε στο μήνυμα. Το φαγητό ήταν υπέροχο. Κάποια στιγμή η Αλίνα τον κοίταξε παραξενεμένη. Ο Άρης την κοίταξε ερωτηματικά. «Σήμερα η ομιλία σου δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Κάνω λάθος;» «Ο όταν νιώθω άνετα και οικεία με τους άλλους δεν κεκεδίζω, ή η τουλάχιστον δεν κεκεδίζω έντονα» «Να κι ένα καλό, σου έχω πει όλα τα σωψυχά μου και εσύ νιώθεις οικεία, αλήθεια τι επαγγελματική πρόταση ήταν αυτή που ανέφερες;» «Ει είμαι ζωγράφος και έργα μου θα εκτεθούν στην γκαλερί «Βεντούρη» για κάποιους μήνες, θέλω ένα άτομο για τις δημόσιες σχέσεις, ένα άτομο που να νιώθω άνετα και να του έχω εμπιστοσύνη, εσύ μου φαίνεσαι κατάλληλη. Δη δημόσιες σχέσεις δε μου είπες ότι έχεις σπουδάσει;» «Μα εγώ δεν έχω καμία σχέση με την τέχνη, το μόνο που ξέρω ότι η γκαλερί «Βεντούρη» είναι πολύ διάσημη, πως είναι το επώνυμό σου;» «Σταθόπουλος». «Να βλέπεις, ούτε εσένα σε ξέρω. Για να εκθέτεις τα έργα σου εκεί θα είσαι αρκετά γνωστός, παρόλα αυτά, πρώτη φορά ακούω το όνομά σου». «Μη μην ανησυχείς, είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις». «Επειδή με εσένα μου βγαίνει πάντα η ωμή αλήθεια να σου πω κάτι;» Ο Άρης περίμενε τη συνέχεια, «όταν σε πρωτοείδα, με τα παρδαλά ρούχα σου, την διαφορετικότητα σου γενικώς, σε παρεξήγησα, μου βγήκε κάτι κοροϊδευτικό». «Αν αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα κι εγώ το ίδιο ένιωσα». «Τι εννοείς;» «Να, ήσουν πολύ στημένη, πολύ άχρωμη, πολύ στεγνή. Κι εγώ σε παρεξήγησα». Της Αλίνας ούτε που της πέρναγε απ το μυαλό κάτι τέτοιο. Λες και η κριτική είναι μονόπλευρη. Λες και δικαίωμα στην κριτική έχουν μόνο οι πιο συνηθισμένοι. Είχε πάρει

75 Σ ε λ ί δ α 75 πολλά μαθήματα τον τελευταίο καιρό. Και μάλιστα ιδιαίτερα χρήσιμα. «Τώρα είμαστε πάτσι» αποκρίθηκε. Εκείνη την ώρα άκουσε πάνω από το κεφάλι της «κ. Αρμή, χαίρομαι τόσο που βρίσκεστε εδώ!» Η Αλίνα σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Παύλο. «Αλίνα...» είπε κάπως μαγκωμένα «Δεν ήξερα ότι γνωρίζεις τον «Αρμή» προσωπικά» συνέχισε με δέος ο Παύλος. «Αρμής», ρε το μπαγάσα. Τί να μου πει το «Σταθόπουλος»; Μα καλά να μην τον αναγνωρίσω σκεφτόταν η Αλίνα. Ο Παύλος πήρε ένα δουλικό ύφος και άρχισε να γλύφει τον Άρη. Η Αλίνα τον κοιτούσε παραξενεμένη και απορούσε τί του βρήκε. «Ξέρετε με την Αλίνα είμαστε πολύ φίλοι» τον άκουσε να λέει. Ο Άρης την κοίταξε αντιλαμβανόμενος ότι κάτι περίεργο συνέβαινε. «Άρη από δω ο Παύλος» έκανε τις συστάσεις τελικά. Ο Παύλος περίμενε εναγωνίως την προσοχή του Άρη. «Ο ο ο μικροτσούτσουνος;» άκουσε τον Άρη να λέει. Ο Παύλος πνίγηκε και άρχισε να βήχει, απομακρύνθηκε κακήν κακώς και εξαφανίστηκε. «Άρη είσαι καταπληκτικός!» Η Αλίνα σηκώθηκε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο «Αρη είσαι μοναδικός! Νιώθω πολύ τυχερή που σε γνώρισα». «Τιμή μου». Η ημέρα που θεωρούσε χειρότερη στη ζωή της, ήταν το ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Άλλη φορά, δεν θα βιαζόταν να κρίνει ανθρώπους και καταστάσεις. Τελικά οι ανατροπές μπορεί να μας επιφυλάσσουν ευχάριστες εκπλήξεις.

76 ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΕΡΓΑ Σ ε λ ί δ α 76

77 Σ ε λ ί δ α 77 Αντώνιος Ευθυμίου ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΑ ΠΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Άδραξε νωχελικά το πόμολο κι άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Πέρασαν έτη πολλά κι ακόμη δεν κατάφερε να συνηθίσει τη νοσηρή καθημερινότητα. Κρέμασε με απαλές κινήσεις το καμηλό παλτό της στον μαύρο μεταλλικό καλόγερο κι απίθωσε τη γαλαζοπράσινη δερμάτινη τσάντα της στο δρύινο τραπεζάκι του χολ. Δεν έχασε στιγμή κι έβγαλε βιαστικά τις κόκκινες γόβες της, όπως ακριβώς οι μπαλαρίνες τις πουέντ, όταν τελειώνει ο χορός και κατεβαίνουν απ τη σκηνή. Ένιωσε ξαφνικά μια φευγαλέα ανακούφιση, σα να ξέρασε μια ολόκληρη τρικυμία από μέσα της. Φευγαλέα, βέβαια, διότι σε λίγο θα φορούσε και πάλι τα πορφυρά σανδάλια της οδύνης. Γνωρίζει καλά πως δε ζει σε μια κοινωνία αγγέλων. Αλλά, τι κοινωνία είναι αυτή που μαντρώνει τα πρόβατα και λευτερώνει τα θηρία; Γιατί είναι όλοι επιβάτες στο ίδιο τρένο, θύτες και θύματα; Πώς κατάντησε έτσι το σπίτι της, από ναός αγνού έρωτα σε τεκέ δόλιων αισθημάτων; Όλες αυτές οι σκέψεις τριβελίζουν το μυαλό της κάθε φορά που επιστρέφει απ τη δουλειά της. Στιγμές στιγμές αισθάνεται άοπλη, ανυπεράσπιστη και καταδικασμένη. Νιώθει έρμαιο μιας διττής πραγματικότητας αυτής που ζει κι εκείνης που θα έπρεπε να ζει. Αισθάνεται πως η μέρα ξεψυχά στις καταπληγιασμένες χούφτες της. Ασφαλώς, είναι μια γυναίκα με ιώβειο υπομονή κι αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα της. Ο οξύς ήχος απ το κουδούνι τράνταξε το νευρικό της σύστημα. Ο σύζυγός της φαίνεται πως ξέχασε πάλι τα κλειδιά του. Το τελευταίο διάστημα είναι υπέρ το δέον αφηρημένος κι αυτό την έχει βάλει σε υποψίες. Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν πως η αφηρημάδα είναι δείγμα υψηλής ευφυΐας. Όμως, στην περίπτωσή του, είναι απλά δείγμα απιστίας. Εργάζεται ως οδηγός σε μια πολύ μεγάλη μεταφορική εταιρεία και συνήθως επιστρέφει σπίτι αργά το βράδυ. Σήμερα, για κακή της τύχη, γύρισε πολύ νωρίς και βρήκε άστρωτο το τραπέζι. Πού να προλάβει η δύσμοιρη να μαγειρέψει και τώρα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες. Αυτό το δυσβάσταχτο «πρέπει» που έχει επιβάλει η ωμή ρουτίνα.

78 Σ ε λ ί δ α 78 Αρχικά, την βομβάρδισε με απειλές, κατάρες και βρισιές. Έπειτα, την άρπαξε από το μπράτσο σα σφαχτάρι και την φίλησε με βαναυσότητα. Δεν ένιωσε καθόλου πάθος, μονάχα φαρμάκι ν αργοκυλάει στα ροδαλά χείλη της. Τα χνότα του βρωμοκοπούσαν οργή και μοχθηρότητα. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει σαν άλικα ρουμπίνια κι οι φλέβες του πετάχτηκαν σα σάρκινα ρυάκια. Ήξερε πολύ καλά τι θα επακολουθούσε. Την πέταξε άτσαλα στον καναπέ κι άρχισε να την χτυπάει. Πρώτα στα χλομά της μάγουλα κι ύστερα σε όλο της το κορμί. Την έδερνε αλύπητα σα να ήταν σάκος του μποξ. Τα συνεχόμενα ραπίσματα ηχούσαν όπως οι κλαγγές του πολέμου, συνθέτοντας το ρέκβιεμ της θλίψης. Εκείνη δεν αντέδρασε. Άφησε μόνο ένα δάκρυ να μουλιάσει το αλαβάστρινο δέρμα της. Έμοιαζε με εικόνα Παναγιάς που έκλαιγε για την κατάντια της ανθρωπότητας. Τίποτα δεν την απασχολούσε πια. Ούτε η χειροδικία, ούτε ο εξευτελισμός, μήτε κι η ψευδής συνείδηση του κόσμου. Το μόνο που την τρόμαζε ήταν το παγόβουνο της αβεβαιότητας. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο μεγάλο ξύλινο ρολόι του τοίχου. Έμαθε να μετράει τον χρόνο για να ξεχνάει τον πόνο. Ο λεπτοδείκτης ήταν πάντα το συρίγγιο της λήθης για τους εθισμένους στη στασιμότητα. Τότε θυμήθηκε ένα άρθρο που είχε διαβάσει προσφάτως σε μια ιστοσελίδα κι έφερε τον τίτλο: «Όταν σιωπάς, συνηγορείς στην καταδίκη σου». Ο δημοσιογράφος αναφερόταν στην κακοποίηση των γυναικών σαν ένα νομιμοποιημένο φασισμό, αλλά και στο μίσος, που όταν μπολιάζεται με μίσος, ριζοβολούν τα παράσιτά του. Στο τέλος του κειμένου υπήρχε η διαφήμιση της διεθνούς καμπάνιας της «Μαύρης Κηλίδας». Αυτό ήταν. Ο πόνος μόνο με πόνο φεύγει και μια μαύρη κηλίδα θα εξαφάνιζε εσαεί την κηλίδα στην καρδιά της. Σηκώθηκε από τον καναπέ τρεκλίζοντας και με τις λιγοστές δυνάμεις που της απέμειναν κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Άνοιξε βιαστικά το συρτάρι του κομοδίνου, πήρε έναν μαύρο μαρκαδόρο και ζωγράφισε μια μαύρη κηλίδα στην αριστερή παλάμη της. Κατόπιν έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό της και την ανέβασε στο διαδίκτυο. Προσδοκούσε αρκετό καιρό τη λύτρωση, σα φυλακισμένο αγρίμι. Τα ψέματα είναι το άυλο σάβανο όσων φοβούνται να πεθάνουν για την αλήθεια, μα εκείνη -έστω και μ έναν παράδοξο τρόπο- αποκάλυψε τελικά το ένοχο μυστικό που κυοφορούσε βαθιά μες στην ψυχή της. Όλα αυτά τα χρόνια τα σπλάχνα

79 Σ ε λ ί δ α 79 της πυορροούσαν, θαρρείς και μαβιά γεράνια φύτρωναν στα φυλλοκάρδια της. Η έμφυλη βία έχει πολλά πρόσωπα και αποχρώσεις λεκτική, ψυχολογική, σωματική, σεξουαλική. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι πάντα το ίδιο: η μόνιμη βλάβη όσων την υφίστανται. Μετά από λίγη ώρα, ακούστηκε το κουδούνι. Αυτή τη φορά ήχησε σαν πρελούδιο αγαλλίασης στα αυτιά της. Μάλλον, κάποιος φίλος της είδε τη φωτογραφία με τη μαύρη κηλίδα και κάλεσε αμέσως την αστυνομία. Κοίταξε τον άντρα της κατάματα για τελευταία φορά, μήπως ανακαλύψει κάποιο ψήγμα μεταμέλειας στο βλοσυρό του βλέμμα. Δυστυχώς, οι τύψεις είναι κάτι λιλιπούτειες σκιές που για να τις προσέξει κανείς, πρέπει πρώτα ν' αγνοήσει τη δική του γιγάντια σκιά. Σίγουρα δεν τον απεχθάνεται, επειδή πιστεύει ακράδαντα πως κάθε άνθρωπος σέρνει στις πλάτες του έναν απάνθρωπο εαυτό κι ότι ο φόβος είναι ένας δυνάστης που καθυποτάσσει τις ανθρώπινες αντιστάσεις. Όμως, τον λυπάται λίγο, αφού ήταν τόσο ανόητος που δεν κατάλαβε πως η κατανόηση κι ο αλληλοσεβασμός είναι η πεμπτουσία της αγάπης. Ακούμπησε το αριστερό της χέρι στο στήθος της κι ένιωσε τη μαύρη κηλίδα να επουλώνει μία μία τις πληγές της, σα βάλσαμο. Επιτέλους, μπορούσε ν ανασάνει το οξυγόνο της ελευθερίας και ν αποδράσει απ τα δεσμά της. Οι εφιάλτες διαλύθηκαν μεμιάς κι η γυάλα έσπασε, έχοντας για όπλο όχι την κηλίδα, αλλά τη φωνή της. Γιατί η φωνή ακόμα κι όταν δεν έχει ήχο, προκαλεί αντάρα.

80 Σ ε λ ί δ α 80 Κασσάνδρα Αλογοσκούφι Η ΓΛΑΥΚΑ Τετάρτη Ένα ενθύμιο ήρθε στα χέρια μου. Ήταν ένα μενταγιόν που άνοιγε σαν αχιβάδα και κρεμόταν απ τη χρυσή αλυσίδα. Μέσα αντί για υγρό μαλάκιο ή ασημένια πέρλα, έβρισκες μια φωτογραφία κομμένη με ψαλιδάκι ίσα που να την χωράει στο στρογγυλό πλαίσιό της. Μέσα στη φωτογραφία ένας άντρας και μια γυναίκα -η Γλαύκα και ο Βαγγέλης- χαμογελαστοί. Ο ένας δίπλα στον άλλον. Πίσω αχνοφαίνεται ένα τμήμα από τα κάστρα της Θεσσαλονίκης που σχηματίζουν οχυρό. Πάνω στο οχυρό ένα παράθυρο κενό, αποκαλύπτει ξανά ένα μικρό κομμάτι του ουρανού που κρύβει το κάστρο. Ο τοίχος ήταν σαν παραπέτασμα στη μνήμη. Νόμιζες ότι ήξερες καλά τον εαυτό σου, αλλά ξαφνικά ορθωνόταν αυτό το κτίσμα και σου έσβηνε γεγονότα και θάματα, αφήνοντας μόνο εντυπώσεις και ερείπια αναμνήσεων που συνήθως επανέρχονταν στον άνθρωπο κατακερματισμένες, τμηματικές και γεμάτες παραμορφώσεις. Υπήρχε λοιπόν αυτός ο τοίχος της λησμονιάς, της αμνησίας και της αδιαφορίας, που επενέβαινε ανάμεσα στο λογικό και το θυμικό αλληλεπικαλύπτοντας ολόκληρα περιστατικά μέσα στην ομίχλη. Ακόμα χειρότερα, η αμνησία ή η απουσία αναμνήσεων μπορεί να έπιανε ολόκληρες χρονικές περιόδους της ζωής μας. Και τότε ερχόταν ένα τρελό παράθυρο που αρχικά μπορεί να ξεκίναγε σα ρωγμή στον τοίχο, ύστερα άνοιγε σαν ξήλωμα και όσο κοιτάμε εμείς μέσα του, τόσο ανοίγει και γίνεται πρώτα φινιστρίνι και έπειτα δίφυλλο παράθυρο που χάσκει αχόρταγο. Αποκαλύπτει θαρρείς εκείνο τον αισθαντικό ουρανό της Θεσσαλονίκης, που απλώνεται σε όλη την κατηφόρα της λεκάνης -της Άνω και Κάτω Πόλης- που διαβρέχεται κάτω χαμηλά στον κόλπο του Θερμαϊκού. Ένα σφαλιστό παράθυρο

81 Σ ε λ ί δ α 81 μνήμης που ξυπνά συνήθως με κάποιο ενθύμιο ή ακόμα και τραγούδι ή φράση ή ήχο φωνής και καταλήγει να το ανοίξει διάπλατο, τρομερό και αβυσσαλέο επαναφέροντας όλους τους χυμούς της φύσης και ιδίως την τρέλα των ανθρώπων με τα χίλια χρώματα της και τον ήχο των λέξεων που ντύνει τον παροξυσμό των έντονων πλασμάτων. Έτσι, θυμήθηκα εκείνη τη φίλη της αδερφής μου που ήταν σαν κουκουβάγια και τη φώναζαν χαϊδευτικά Γλαύκα, ενώ το όνομα της ήταν Ζηνοβία, της είχε παραπέσει βλέπετε εκείνο το μενταγιόν που σας ανέφερα μέσα στο δωμάτιό μου και φεύγοντας το κράτησα για πάντα σαν αναμνηστικό. Η Γλαύκα ήταν κοντούλα λεμονιά με καμπύλες και σγουρό μαλλί. Είχε ένα φιλήδονο πρόσωπο, άσχημο που ίσως να ομοίαζε σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες με λεσβίες του μεσοπολέμου που αλληλομαστιγώνονται με μαγκούρα. Σπούδαζε Ιατρική στη Βουλγαρία. Ήταν μία αχαλίνωτη σεξουαλικά περσόνα, που απαύτωνε ό,τι αρσενική γάτα μυριζόταν. Βάραγε τους άντρες και τους πατίκωνε κάτω. Είχε μαύρη ζώνη στο καράτε και της άρεσε να διαβάζει Κορνήλιο Καστοριάδη και φυσικά τα ποιήματα του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Εκείνη την περίοδο ξελόγιαζε έναν παντρεμένο πενηνταπεντάρη Έλληνα γιατρό που της δήλωνε «ερωτευμένος με την εικοσιπεντάρα ράμπο», ωστόσο στις γιορτές δεν πέρναγε μαζί της, αλλά μεταμορφωνόταν σε καλό οικογενειάρχη. Όταν συναντιόνταν ξεκίναγαν με κάμποσες μπουνιές στα καλάμια και τα πλευρά. Το πρόσωπο το κράταγε καθαρό για τους ασθενείς του. Η Γλαύκα καμωνόταν τη δασκάλα και ο γερο-ιατρός το σκυλάκι. Βαγγέλη τον λέγανε. Ήταν ψηλός καραφλός ήταν «εικοσάρης», λάτρευε τα πλακομούνια της Γλαύκας και της έγραφε τρυφερές κασέτες με Bob Dylan, N. Young και Leonard Cohen, για να τον σκέφτεται, όταν έλειπε. Νοικιάζαμε εκείνη την περίοδο εγώ με την αδερφή μου ένα σαραβαλιασμένο σπιτάκι, μια ετοιμόρροπη μονοκατοικία με είσοδο, σκαλιά και παράθυρο που κοίταζε απέναντι από το Δημαρχείο στον Άγιο Παύλο, λίγο πιο ψηλά από την Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Η Γλαύκα ήρθε για επίσκεψη για να δει την αδερφή μου που ταν η καλύτερή της φίλη, η ανδροπρεπής Θυμιούλα με τα αξύριστα πόδια και μασχάλες,

82 Σ ε λ ί δ α 82 συμμαθήτριά της στο Λύκειο, καλό και αγαπημένο της κελεπούρι. Είχαν γνωριστεί σε μία κοινή αποβολή που πήραν για απρεπή συμπεριφορά. Εκδικήθηκαν με μια πράσινη κιλότα που φόρεσε η καθεμία για μία βδομάδα. Συρράψαν έπειτα μουνότριχες και την πέταξαν σαν υγειονομική βόμβα μέσα στο γραφείο των καθηγητών. Έπειτα, οι καθηγητές κλείδωσαν για μια βδομάδα την αίθουσα και έβγαλαν σπαραχτικό λόγο για τη γυναικεία απρέπεια και καθαριότητα. Η Γλαύκα της έφερε δώρο κάτι που είχε βρει σε παζάρι της Βουλγαρίας -πράγμα που της έκανε τρομερή εντύπωση- μία παλαιά κασέτα με ρετρό ελληνικά τραγούδια του μεσοπολέμου και του Β Παγκοσμίου Πολέμου με Τζένη Χαρίτου στο τιμόνι του τραγουδιού, με Δανάη, με Πόπη Σερρά και τις απελπισμένες εκκλήσεις της Στέλλας Γκρέκα και την έπαιζε στη διαπασών σ όλη τη στενούλα γειτονιά. Έτσι, ο ερχομός της Γλαύκας στο σπιτάκι μας ήταν σαν ξεδιάντροπο τσουνάμι για όλη τη γειτονιά. Ο τέντζερης και το καπάκι. Η Γλαύκη και η Θυμιούλα που ξανασυναντιόνταν. Η Γλαύκη γινόταν άλλος άνθρωπος με την Έφη της. Άνοιγε όλα τα παράθυρα και τις πόρτες. Έκανε πάστρα με λάστιχο και σαπουνάδες, με σφουγγάρια, φωνές και γέλια. Συνέδεε το λάστιχο με τη βρύση του μπάνιου και το τραβούσε ως έξω στην είσοδο. Έριχνε απορρυπαντικά αλύπητα και έπαιζε με τα νερά στέλνοντάς τα με μία σκούπα στις σκάλες και από τις σκάλες στον χωματόδρομο μπροστά μας δημιουργώντας μία τεράστια λίμνη λάσπης έξω από την είσοδο και εκ τούτου έξω απ την είσοδο του δημαρχείου. Η Γλαύκα με τη μουσική διαπασών τραγούδαγε με μία άσχημη φωνή σαφώς καλύτερη από τη φάτσα της. Πότιζε τις γλάστρες με νερό που εκτοξευόταν, έσκυβε φύλαγε τα λουλούδια στα φύλλα τους και τους φώναζε βρομόλογα για να τα κανακέψει. Υπήρχαν και δύο σκυλιά στο σπίτι και της φύλαγαν τη «φωλίτσα». Το κοντό κανισάκι απλά μπερδευόταν σαν πατσαβούρα στα πόδια της. Το μεγάλο όμως όλο τη μύριζε. Σκύλα προς σκύλα. Η Γλαύκη του έριχνε νερό και παίζανε όλοι μαζί σαν τρελό παρεάκι στην είσοδο. Στην αρχή οι περαστικοί δεν κοιτούσαν από διακριτικότητα. Ωστόσο, όλος αυτός ο συρφετός, η αντάρα, τα βρομόλογα και η ρετρό μουσική τους κινούσε την περιέργεια και βλεφαρίζανε φευγαλέα. Η Γλαύκα μας φώναζε για την πούτσα του Βαγγέλη από το άλλο δωμάτιο. Εμείς είχαμε κρυφτεί στην κουζίνα και δε

83 Σ ε λ ί δ α 83 μπορούσαμε να λύσουμε από τα γέλια. Φανταζόμασταν τις εκφράσεις των γειτόνων. Η Γλαύκη ήταν σαν κινητή ντουντούκα. Ειδικά, όταν ξεκίνησε το τραγούδι, όχι μόνο κοιτούσαν, αλλά γούρλωναν τα μάτια και πολλοί έκαναν ένα βήμα όπισθεν για να δουν αν αυτό που είδαν ήταν πραγματικότητα ή βγαλμένο από μια ξαναμμένη φαντασία. Ο Αυγουστιάτικος ήλιος τους είχε ψήσει τα μυαλά και τα παντελόνια. Η Γλαύκα ήταν μια δροσερή όαση μούρλας, τρέλας και αχαλίνωτης φαντασίας. Τυφλοί όπως ήταν από τον ήλιο και διψασμένοι, έτρωγαν τη μπάφλα της Γλαύκας που τους πιτσίλιζε με το νεροπίστολό της. Η Γλαύκα τώρα έπιασε μ έναν κουβά σαπουνάδες και με ένα τεράστιο κίτρινο σφουγγάρι έτριβε τους τοίχους, την καγκελαρία και το πάτωμα τινάζοντας τα βυζάκια της δεξιά-αριστερά. -Μωρή βρωμιάρα! Έλα και το μουνί σου έχει πιάσει αράχνες, έλα μωρή Θυμιούλα! Έλα μωρή μουνάρα να στο πλύνω. Αυτά φώναζε ή για την ακρίβεια ούρλιαζε. Μάλιστα για να καθαρίσει καλύτερα είχε σηκώσει το ένα πόδι και το είχε περάσει πάνω από το κάγκελο της σκάλας πλευρικά. Έξω από το σπίτι είχε γεμίσει ο λάκκος νερά και λάσπη. Αναγκαστικά οι περαστικοί έπρεπε να περπατήσουν πλευρικά εφαπτόμενοι με τον τοίχο και με την είσοδό μας. Το πρόσωπό τους κόλλαγε με τον τοίχο και κάναν τον βηματισμό του κάβουρα προκειμένου να προσπεράσουν το χαμόσπιτό μας. Και τότε ερχόντουσαν πρόσωπο με πρόσωπο με τη Γλαύκα, κι όχι ακριβώς πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά με την πίσω πλευρά του τρελού αυτού πλάσματος και το σγουρό αξύριστο της. Όταν είχε τελειώσει με απολογητική φωνή εξηγούσε: -Πετάω τα ρούχα μου μωρή Θυμιούλα, γιατί ούτε κλιματισμό δεν έχεις με σαράντα βαθμούς, ούτε ανεμιστήρα. Ιδρώνω, γεμίζω λάσπες από τις σκόνες του δρόμου, έχω τα αγάμητα σκυλιά σου που με γεμίζουν τρίχες και πρέπει ξανά και ξανά να κάνω μπάνιο.

84 Σ ε λ ί δ α 84 Με τη διαφορά ότι η Γλαύκα όταν έλεγε πετάω τα ρούχα μου, εννοούσε όλα τα ρούχα και το εσώρουχο. Σουτιέν δε φόραγε ποτέ. Τα θέλω ελεύθερα τα «αρνάκια» μου, μας έκανε. Κάποιους μήνες μετά ξενοικιάσαμε. Το σπίτι κατεδαφίστηκε. Φαντάζομαι η Γλαύκα το ταρακούνησε το ετοιμόρροπο οίκημα. Ή μας έδιωξαν οι σπιτονοικοκύρηδες, αφού ακούσανε όλο αυτό το παραμυθολόϊ με τη Γλαύκα. Το σίγουρο ήταν ότι επαναλάμβαναν από το τηλέφωνο: «Οι σκύλες σου γαβγίζουν». Το σπίτι ούτως ή άλλως θα γκρεμιζόταν, η συντέλεια όμως του κόσμου ήρθε νωρίτερα. Ειδικά, όταν ο Δήμαρχος ήρθε φάτσα με φάτσα με το περίεργο πλάσμα. Έβαλε, ύστερα, υπαλλήλους του δήμου να ελέγξουν το οίκημα ως προς τα κατεδαφιστέα. Τράβηξαν με κόκκινη μπογιά ένα κόκκινο σύμβολο, όπως αυτό στις ταινίες πορνώ. Ακατάλληλο και για ανηλίκους και για ενήλικες. Η Γλαύκα μετά παραδέχτηκε ότι είχε χαιρετίσει τον Δήμαρχο που τράβηξε με δύναμη τη γραβάτα του προς τα κάτω κι απομακρύνθηκε με θιγμένη την αξιοπρέπειά του. Ίσα που πρόλαβε να ηρεμήσει το περιεχόμενο από το παντελόνι του, ο υποκριτής. ~ Δεν έχω περάσει ξανά από κείνη τη γειτονιά και πάνε 22 χρόνια. Ίσως έχει χτιστεί μία μικρή πολυκατοικία στη θέση της μονοκατοικίας μας. Τη Γλαύκα την πέτυχα τυχαία στο δρόμο, στο Μοναστηράκι, έξω από το σουβλατζίδικο του Μπαϊρακτάρη. Είχε κόσμο πολύ και μας σκούνταγε δείχνοντας μας ότι έπρεπε να προχωρήσουμε μπροστά τις ζωές μας. Μου πε ότι έκανε το αγροτικό της στη Λήμνο και ζει εκεί έκτοτε μ έναν γέρο που τις έκανε γλειφομούνια. Δεν έβριζε πια τόσο πολύ, αλλά επέμενε ότι τρώει «καλαμάκια». Ύστερα, χωρίσαμε, το τηλέφωνο που μου έγραψε σε χαρτάκι έπεσε από την τσέπη μου. Η αδερφή μου την είχε κάνει πέρα για άσχετο λόγο, ίσως επειδή η Γλαύκα ζούσε μια ασυμβίβαστη και παρατεταμένη εφηβεία. ~

85 Σ ε λ ί δ α 85 Όσο για το μέρος που έμενα στον Άγιο Παύλο, όποιος κι αν ζει τώρα εκεί, φαντάζομαι ότι ίσως πολιορκείται από το σύνδρομο της Γλαύκας. Πετάει τα ρούχα του γυμνός. Ποτίζει μ ένα λάστιχο που δε ρίχνει νερό, σε γλάστρες που δεν υφίστανται

86 Σ ε λ ί δ α 86

87 Σ ε λ ί δ α 87

88 Σ ε λ ί δ α 88 Οι συγγραφείς των διακριθέντων έργων: 1 ο Βραβείο δεν επιθυμούν τη συμπερίληψή τους στην ανθολογία.

89 ΔΙΑΚΡΙΘΕΝΤΑ ΕΡΓΑ Σ ε λ ί δ α 89

90 Σ ε λ ί δ α 90 2 ο Βραβείο Γιώργης Δεσποτάκης TERAΣ Μια σύγχρονη Ελληνική Τραγωδία, σε δύο πράξεις

91 Σ ε λ ί δ α 91 Χαρακτήρες 2003 ΝΕΑΡΟΣ (MY) 15, γεννημένος Αμερική, μεγαλωμένος στο νησί ΝΕΑΡΗ (BARB) 17, βέρα νησιώτισσα, ερωτευμένη με την Αγγλία ΠΕΤΕΚ 20άρης, πρώτος έρωτας του Tommy και αγόρι της Barb, γιος μεταναστών 2020 ΤΟΜ και 30άρηδες, τα ενήλικα αδέλφια, 17, το νόθο αδέρφι τους XΑΝ 20άρης, νιόπαντρος σύζυγος του Tom, Αμερικάνος ΜΑΝΟΣ 15, νησιώτης, συμμαθητής Geri ΚΥΡΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ 70άρα, γιαγιά του Μάνου

92 Σ ε λ ί δ α 92 Σημειώσεις Οι διαφορετικές ηλικίες / ΒΑRΒ και / ΤΟΜΜΥ παίζονται από έναν ηθοποιό για κάθε χαρακτήρα. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με τους ΜΑΝΟ / ΠΕΤΕΚ. Το έργο διαδραματίζεται στην απόμακρη νήσο, Τέρας, κάπου στη Μεσόγειο.

93 Σ ε λ ί δ α 93 Σκηνικό Πρώην στάβλος που έχει μετατραπεί σε σπίτι. Το υπόγειό του σκαμμένο μες στο βράχο. Το βάθος της σκηνής σαν ο τελευταίος τοίχος που χει απομείνει, ενώ οι άκρες του σβήνουν σε ερείπια... Πίσω δεξιά σκηνής Πίσω κέντρο 1. Πόρτα στάβλου το πάνω κομμάτι ανοίγει ανεξάρτητα. Γνωστή κι ως «Κουτσομπόλα». Κάνανε οι κυράδες τις δουλειές τους μέσα τις ζεστές μέρες κι είχαν και την ευκαιρία να τα πούνε με όποιους περαστικούς

94 Σ ε λ ί δ α Παράθυρο που του λείπει το τζάμι. Είναι καλυμμένο με γαλακτώδες πλαστικό σεντόνι οικοδομής: το μπερντέ μας. [Το πλαστικό κρατά στη θέση του κίτρινη ταινία με μαύρα γράμματα σε Αγγλικά και Ελληνικά (CAUTION ΠΡΟΣΟΧΗ)]. Εκεί βλέπουμε: Ζωντανό θέατρο σκιών με φιγούρες Εξωτερικές τοποθεσίες (ξωκλήσι, θάλασσα, λιμάνι) επίσης ως σκιές Θέατρο σκιών με ηθοποιούς ταυτόχρονα με δράση έμπροσθεν της οθόνης μας Προβολή τελικού κινούμενου σχεδίου. Μπροστά κέντρο Πίσω αριστερά Έξοδοι 3. Μετακινούμενος «μαρμάρινος» πάγκος. Φαινομενικά βαρύς, έχοντας κάτι από τάφο. (Δρα ως κορυφή λόφου, πάγκος κουζίνας και κατάστρωμα πλοίου). 4. Υπερμεγέθης εικόνα της Αγίας Βαρβάρας με κεράκια μπροστά της. Η Αγία φορά κορώνα και πέπλο και έχει φωτοστέφανο. Κρατά ένα μεγάλο ασημένιο σταυρό στο ένα χέρι και τη μινιατούρα ενός πύργου στο άλλο. 5. Τρεις καρέκλες μεταξύ τους παράταιρες A. Όταν ηθοποιοί βγαίνουν από την Κουτσομπόλα φεύγουν από το σπίτι. B. Όταν βγαίνουν δεξιά της σκηνής κατεβαίνουν στο Υπόγειο. C. Όταν βγαίνουν αριστερά μπαίνουν στου κατάκοιτου Μπαμπά.

95 Σ ε λ ί δ α 95

96 Σ ε λ ί δ α 96

97 Σ ε λ ί δ α 97

98 Σ ε λ ί δ α 98 ΠΡΑΞΗ 1 ΣΚΗΝΗ 1A 2020 ΠΑΤΡΙΚΟ Αχνά, τα φώτα ανάβουνε, σα ροδοδάχτυλη αυγή. Στον πάγκο της κουζίνας είναι ένα παλιό σταθερό τηλέφωνο και τρία μπουκάλια νερό. Το μέρος φαίνεται αφημένο. 17 χρόνια έχει να το φροντίσει κάποιος. Ακούμε βήματα σε ξύλινα σκαλιά Μπαίνει η από το Υπόγειο. Φορά μαύρα. Ρόμπα και σάλι στους ώμους να προστατευτεί απ τη δροσιά του πρωινού. Τα μαλλιά της κοντά κι ένας μεγάλος ασημένιος σταυρός στο στήθος της. Εκπνέει αέρα θλίψης. Πάει κέντρο σκηνής, βγάζει μαύρο πλαστικό γάντι που φορά και το πετά πίσω από τον πάγκο. Κάνει παύση - αναστενάζει σα να κρατούσε ώρα την ανάσα της. Ύστερα, πάει στην εικόνα και γυρνά πλάτη στο κοινό. Όταν απομακρύνεται τα κεριά είναι πλέον αναμμένα. Η κρατά το σταυρό της και στρέφει το βλέμμα προς το σπασμένο παράθυρο. Σαν απ το φως των κεριών, τρεις φιγούρες εμφανίζονται στο σεντόνι οικοδομής: ΜΗΤΕΡΑ κρατά ΜΩΡΟ, ΠΑΤΕΡΑΣ δίπλα τους φορά κάτι μεταξύ κορώνας και καπέλου πιλότου. ΜΗΤΕΡΑ και ΠΑΤΕΡΑΣ αποχαιρετούν το κοινό και βγαίνουν εκτός παραθύρου. Ένα ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ διασχίζει έναστρο ουρανό (με 50 αστέρια) από τα ανατολικά προς τα δυτικά. ΜΗΤΕΡΑ και ΠΑΤΕΡΑΣ επιστρέφουν, ανάμεσα στα αστέρια, χορεύοντας, ρομαντικά. Ακούμε ένα μωρό να κλαίει κι η ΜΗΤΕΡΑ βγαίνει... ΜΗΤΕΡΑ επιστρέφει τώρα με φουσκωμένη την κοιλιά -εμφανώς έγκυος- και κρατώντας το ΜΩΡΟ στα χέρια. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ χαϊδεύει την κοιλιά της. Κοιτιόνται. Του δίνει το ΜΩΡΟ και αποχωρεί ξανά. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ πετά το ΜΩΡΟ ψηλά και το ξαναπιάνει -ακούμε γέλια μωρουδιακά- μια, δυο και την τρίτη φορά η φιγούρα του ΜΩΡΟΥ αντικαθίσταται και προσγειώνεται στα χέρια του ΠΑΤΕΡΑ ως νεαρό ΚΟΡΙΤΣΙ. Ακούμε κλάματα μωρού. Η φιγούρα του ΠΑΤΕΡΑ αφαιρείται από την οθόνη άξαφνα, αφήνοντας το ΚΟΡΙΤΣΙ μόνο. ΠΑΤΕΡΑΣ επιστρέφει. Το ΚΟΡΙΤΣΙ σηκώνει το βλέμμα του σ εκείνον. ΠΑΤΕΡΑΣ γονατίζει και αφαιρεί την κορώνα του, καθώς χαμηλώνει το κεφάλι του θλιμμένα. ΠΑΤΕΡΑΣ και ΚΟΡΙΤΣΙ πέφτουνε από την οθόνη. Τ αστέρια επίσης... Το ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ διασχίζει το παράθυρο από τη Δύση προς την Ανατολή. ΠΑΤΕΡΑΣ και ΚΟΡΙΤΣΙ μπαίνουν με βαριά βήματα. Εκείνη κρατάει τώρα το ΜΩΡΟ. ΜΠΑΜΠΑΣ (εκτός σκηνής, αυξανόμενος πανικός) Βα- Βαρβάρα; Βαρβάρα! Βαρβάρα!

99 Σ ε λ ί δ α 99 (ΠΑΤΕΡΑΣ και ΚΟΡΙΤΣΙ πέφτουν από την οθόνη.) (επιστρέφει στο παρόν) Ε; Έρχομαι. Έρχομαι, Μπαμπά! (Καθώς η σηκώνεται...) BLACKOUT

100 Σ ε λ ί δ α 100 ΣΚΗΝΗ 1B 2020 ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ Στο σκοτάδι, ακούγεται βουητό εντόμου και ντους που τρέχει. Τρυφερό φως επιστρέφει τώρα στο παράθυρο, ρίχνει τη σιλουέτα του ΧΑΝ στο μπερντέ - ο οποίος σηκώνεται από κρεβάτι, τεντώνεται. ΧΑΝ (squeaks) Ah! (εκτός, απ το ντους) Whaaat? The mosquito s back. (εκτός) Ασ το. I ll get it. (Ding! reads text and laughs.) (εκτός) Whaaat? Nothing. (Ding!) (εκτός) Τι nothing? Ιt s dinging. I ll put it on silent. (Το νερό σταματά σιλουέτα μπαίνει από αριστερά σκηνής, πετσέτα στη μέση. Πιάνει γυαλιά οράσεως από δίπλα απ το κρεβάτι και τα βάζει, κοιτά τηλέφωνο του ΧΑΝ. (Το βουητό του εντόμου πλησιάζει. Ο το διώχνει με το χέρι.) Hot, right? Καύλα. Soοοοο? (αφηρημένος) Do you hear that? It s close. No? (pouting) Aw. You re acting like I didn t just blow you ten minutes ago. Άει πλύσου. (handing his phone, tuts) So bossy! ( βγαίνει προς ντους. Βουητό εντόμου πλησιάζει περαιτέρω.) Που σαι ρε, τέρας;

101 Σ ε λ ί δ α 101 ( πετά το τηλέφωνο στο κρεβάτι, βγάζει την πετσέτα του, την τυλίγει και τη χρησιμοποιεί ως όπλο / μαστίγιο. Το βουητό τον τριγυρίζει ο ΤΟΜ ετοιμάζεται να επιτεθεί και ουα-τσσσσ! Το βουητό του εντόμου σταματά. Τη θέση του παίρνει βουητό τηλεφώνου.) (off) He s really insistent. Are you sure we don t have time? (ενθουσιασμένος) Ε-o! Επιτέλους. (σκύβει πάνω από το θύμα του) Oh! (Νερό σταματά.) ΤΟΜ (entering) What s wrong? (με παράπονο) Δεν ήτανε κουνούπι, ρε συ. Huh? I killed a bee. Well, it was not a bee that stung me. Έλα να στο φιλήσω να περάσει. (ΤΟΜ πλησιάζει, παίρνει τον αγκαλιά και τον φιλά τρυφερά, το πράμα ζεσταίνει κι ο ΤΟΜ κάνει πίσω--) Θα αργήσουμε ΧΑΝ Let s be late. What about the wine tour? I d rather get drunk on you. (γελά) Χαζό! (ΤΟΜ και ΧΑΝ φιλιόνται, τώρα πιο παθιασμένα. Οι σκιές ενώνονται, και-- Καινούριο βουητό τηλεφώνου, τώρα συνεχές.) He s trying to call now?? Did you give him your number? No! I thought we talked about this. Uh, I think it s your phone.

102 Σ ε λ ί δ α 102 Oh! ( πιάνει ρούχα από το πάτωμα και βρίσκει το τηλέφωνο του σε μια τσέπη) It must be the producer! Pick up, pick up! (κοιτά το τηλέφωνο) Oh ( διστάζει. looks over his shoulder.) Oh my God! (excited) Is that your sister??? Do you mind if I take it? Of course not. Tell er I say hi! (απαντά) Έλα. Τι γίνεται; Όχι, αύριο. Τώρα φεύγαμε για Τι;; What? (κάνει το ΧΑΝ άκρη) Πότε;; Έρχομαι. Ερχόμαστε. ( το κλείνει. Μένει ζαβλακωμένος, σε κάποιου είδους σοκ.) What s going on? I have to go home. (Παύση. nods and rushes to the bathroom to get ready. Το νερό ξεκινά. Το βουητό του εντόμου επιστρέφει...) (ξεσπά) FUCK! BLACKOUT

103 Σ ε λ ί δ α 103 ΣΚΗΝΗ ΞΩΚΛΗΣΙ Καλοκαιρινοί ήχοι. Κύμα. Τζιτζίκια. Άλλη μια ροδοδάχτυλη αυγούλα φωτίζει τώρα τον ΝΕΑΡΟ ΤΟΜ (MY για ευκολία) -με μαγιό, γυαλαμπούκες και ανοιχτό πουκαμισάκι. Με μολύβι και τετράδιο στο χέρι, σκαρφαλώνει πάνω στον πάγκο. Καθώς το κάνει αυτό, στο παράθυρο πίσω του πέφτει θέα κορυφής λόφου: στα δεξιά οθόνης ένα γηραιό ελαιόδεντρο και αριστερά, λίγο πιο κάτω στο λόφο, μια μικρή Ορθόδοξη εκκλησιά με το σταυρό της στην κορυφή. Ο MY κάθεται, ανοίγει το τετράδιο. Η ΝΕΑΡΗ (BARB) - με πλούσια ατίθασα μαλλιά- μπαίνει κρυφά από δεξιά της σκηνής και σκαρφαλώνει από πίσω του. Τα πόδια της γυμνά, φορά ένα λευκό μαγιό με κεράσια, έχει στο λαιμό της ριγμένη μια πετσέτα και κρατά και τσάντα θαλάσσης. Τσιγκλάει τον MY, κάνοντάς τον να αναπηδήσει και να τσιρίξει. Η BARB μιμείται Βρετανική προφορά, υψηλής κοινωνίας, ο MY το παίζει Αμερικάνος... Ανεπιτυχώς. BARB MY (γελώντας) Hey, kitty. Πότε έφτασες; For fuck s sake. You scared the shit out of me. BARB Ένας μήνας στην Αμερική το διεύρυνε πολύ το λεξιλόγιό σου, ε; Σσσσς. Κουβέντα στο Μπαμπά. (με βαριά Ελληνική προφορά) Is this what I sent you to America for? So my son speak like a βοθρατζής; MY Whatever. (MY ανοίγει το τετράδιο, ξεκινά να σχεδιάζει. BARB βάζει κάτω την πετσέτα της, κάθεται δίπλα του και βάζει αντιηλιακό στα πόδια της.) BARB (τραγουδά, εκπληκτικά παράφωνα) Θα πιώ απόψε το φεγγάρι και θα μεθύσω και θα πω. Αφού πονάς για κάποιον άλλον, ρίξε μαχαίρι να κοπώ Κι όταν με κόψει το μαχαίρι, μετανοιωμένη θα μου πεις. Πάρε του φεγγαριού το δάκρυ-- (Βγάζει γυαλιά ηλίου με φακούς σε σχήμα καρδιών και τα φορά.) Like? (MY την αγνοεί. Εκείνη βγάζει γυαλιά ηλίου με φακούς σε σχήμα αστεριών και του τα προσφέρει.) Ορίστε. (MY τα βάζει, πάνω από τα γυαλιά οράσεως, χαμογελά ντροπαλά.)

104 Σ ε λ ί δ α 104 You look like an absolute star! MY BARB MY BARB ΤΟΜΜΥ BARB MY BARB ΤΟΜΜΥ (γελά) Stupid. I got them at a πανηγύρι what did you expect? Τι, ε τραγουδούσες; Λέω να το πω στους εορτασμούς του Δεκαπενταύγουστου, next month. Είσαι σίγουρη; Παλιό, το ξέρω. Θα προτιμούσα κάνα acoustic Hot in Herre ή Murder on the Dancefloor αλλά σ αυτό το κωλόνησο ποιος θα τα πιανε αυτά; Πρέπει να μεριμνήσω για το κοινό μου. Κάνε compromise και κάνε κάτι Ελληνικό but modern, like το Θυμήσου της Βανδή. Ή Ή! Μη Μου Κλείνεις το Φως! Που ναι και πιο μιλητό. Τι θες να πεις; Τίποτα! Ό,τι θες εσύ. Πάντως, Δέσποινα είναι κι άλλο όνομα για τη virgin τη Μαιρούλα (BARB το σκέφτεται. Του δίνει το αντηλιακό και ξαπλώνει μπρούμυτα) BARB Πλάτη. (Δυσαρεστημένος, ο MY σκαρφαλώνει πάνω της και της βάζει κρέμα.) Αχ ρε συ! Έπρεπε να χες γυρίσει νωρίτερα. Έχασες πολλά. Έχει κορώσει το φετινό το καλοκαίρι. Πιο πολλοί τουρίστες κι απ τα τρία προηγούμενα χρόνια μαζί. Ο Μπαμπάς λέει είναι λόγω των Ολυμπιακών του χρόνου. Ανεβάζει λέει το προφίλ της χώρας. Όλο σε πτήσεις είναι εντωμεταξύ. Ελάχιστα τον έχω δει. (MY τελειώνει με την πλάτη, ξεκαβαλά και συνεχίζει το σκίτσο του.) That s a good boy. MY BARB MY BARB Μπορείς να πεις και thank you, ας πούμε. Γιατί τα παίρνεις όλα τόσο personally, βρε kitty? Μη με λες έτσι. Προτιμάς Θωμούκο; Μούλη; Μικρή Θουθού;

105 Σ ε λ ί δ α 105 MY Λέγε με Tommy. Έτσι με λέγανε στο summer school. (Παύση.) BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY Το μαγιώ μου πώς σου φαίνεται; (χωρίς να κοιτά) It s nice. Marks & Spencer. Σούπερ ε! Δε μου πάει τρελά; Το φερε ο Μπαμπάς από την τελευταία του πτήση στο Λονδίνο Α και ξέρεις τι; Λέει όταν μετακομίσω το φθινόπωρο για πανεπιστήμιο θα φροντίσει να μου νοικιάσει κάτι δίπλα σε Marks & Sparks. (αλλού) Μχμ. (ανασηκώνεται να τον κοιτάξει) Καλέ τι έχεις; (βάζει το χέρι της στον ώμο του) Was little Tommy s visit to the States not good? (διώχνει το χέρι της) Μια χαρά ήταν. Πώς ήτανε το school? Fine. Και τα άλλα boys? Fine. Κανά γκομενάκι; Shut up!! Aw. (ειλικρινά) Σε κορόιδεψαν που κουνάς τους γοφούς σου όταν τρέχεις; (πετάγεται πάνω, πανικόβλητος) Ρούλα! Στο χω πει, πρέπει να το συμμαζέψεις. Ρούλα, σταμάτα! Γιακ. Ρούλα είναι sooooo επαρχία. Αν είσαι εσύ ο Tommy, call me (σα να το βλέπει σε φωτεινή επιγραφή) Barb! Αν σ άκουγε κανείς; So what? Τη δική μας τη γλώσσα δεν τη μιλά κανένας. Besides, είναι το μέρος μας. Ποιος άλλος έρχεται εδώ πάνω; Ε, ο παπάς;

106 Σ ε λ ί δ α 106 BARB MY (αράζοντας) Λες και δεν ξέρει ο τράγος από πούτσες. (κοιτά τριγύρω με μεγάλο φόβο) Παναγία μου και Χριστέ μου! (BARB γελά. MY βαδίζει νευρικά.) What s wrong with you? Δεν ντρέπεσαι; Κι αν περνούσε ο Μπαμπάς;! Ή ή ο Πέτεκ. BARB MY BARB MY BARB MY BARB (Παύση. Μετά:) Ο Πέτεκ. Ξέρεις, που δουλεύει στα ferry.. Oh! (με πονηρό χαμόγελο) You mean Peter. Τον μετονόμασα.. (σταματά) Τον «μετονόμασες»; Τι θα κάνει εδώ πέρα μια ζωή αν τον σκέφτονται για ξένο; Τον έχεις δει τελευταία, δηλαδή; Ooooh! Άκου κουτσομπολιό! Θυμάσαι τη Maureen τη Saunders? Ο πατέρας της χτίζει το Palace Ηotel ανατολικά απ το λιμάνι; Ε, έχασε δυο κιλά το χειμώνα και την είδε ξαφνικά Giselle. Γυρίζει ο Peter από τη θητεία του ε, κι έχει αντρέψει κάπως και χώνεται η Maureen να τον αποπλανήσει! (BARB λύνεται στα γέλια, ο MY γελά μα εμφανώς νιώθει άβολα.) Stupid cow. Αν είναι δυνατόν. Μα με το γιο της καθαρίστριάς μας; Όχι πες μου τι θα λεγε το χωριό αν τα φτιαχνε η κόρη του μέγα χορηγού, Saxon Saunders, με τον αλλοδαπό που είναι μια ζωή ξυπόλητος. MY BARB MY BARB MY BARB Και; Τι και; Του άρεσε; Ευτυχώς είμαι καλή φίλη. I said to her, της λέω Maureen, you are a stupid cow. Αν νομίζεις ότι είναι καλή ιδέα να χαλάσεις τη φήμη σου στο νησί για να σε χουφτώσει λίγο ένας φερρυμποτάς, δικαίωμά σου. But I would not be a good friend if I didn t tell you how stupid that was. (σαρκαστικά) You re such a good friend. Είχε διαλέξει μέχρι και φόρεμα. Poor thing. (BARB γελά και απλώνεται. MY κάθεται, ζωγραφίζει).

107 Σ ε λ ί δ α 107 Παύση. BARB γυρνά στον MY, κατεβάζει τα γυαλιά της). Θα καείς. MY BARB MY BARB MY BARB MY Whatever. Μη μου κλαίγεσαι τότε όταν γίνεις σαν αστακός βρασμένος. Ούτε καν! (τραγουδιστά) Στάνταρ Ώχου ρε Βαρβάρα Barb! Αμάν πια! (MY σηκώνεται τσαντισμένος, πετά τα γυαλιά ηλίου του κάτω.) BARB Θωμά, περίμενε. (απλώνει το χέρι της) Up. αγκαλιά). (MY ξεφυσά και τη σηκώνει. BARB τον παίρνει Θα αλλάξουνε τα πράγματα. τρυφερά.) (Κάνει λίγο πίσω, του χαϊδεύει το πρόσωπο και μιλά There s such a big world waiting for you. Μπορεί ο Μπαμπάς να σε αφήσει να φύγεις για το boarding school επιτέλους. MY BARB MY BARB MY BARB Νομίζω και μόνο που επισκέφθηκα του έπεσε πολύ You can t blame him for that, kitty. Tommy. Ε δεν μπορείς Tommy μου να τον κατηγορήσεις. Δεν είναι εύκολη ιδέα για αυτόν το ότι θα φύγουμε μια μέρα. ΟΚ τον πείσαμε με τα χίλια να σ αφήσει να πας για λίγο αλλά και να μεταναστεύσεις; Κατάλαβε τον. Για εκείνον η Αμερική μας πήρε τη Mαμά Γιατί παίρνεις πάντα το μέρος του; Ουφ! Please!

108 Σ ε λ ί δ α 108 MY BARB MY BARB Είναι λες κι έχετε συμμαχία απλά γιατί γεννήθηκες πριν από μένα. Συμμαχία; Μα καλά πόσο reality TV είδες όταν ήσουν εκεί πέρα; Σταμάτα να με κοροϊδεύεις! Ε, σταμάτα να λες βλακείες! (MY αποτραβιέται μα η BARB κρατά το χέρι του και ξεκινά έναν χορό. Στροφή με κάθε ατάκα, μια εκείνος μια εκείνη.:) Oh, boo-hoo! Η αδερφή σου σε πειράζει και ο Μπαμπάς σου σ αγαπά υπερβολικά για να σ αφήσει να του φύγεις. Ενηλικιώσου πρώτα και μετά κάνεις ό,τι θες. MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY Δεν είναι έτσι, ρε συ Μένω πίσω. Όλοι μου οι συμμαθητές λένε τι έχουν κάνει με κοπέλες στα διαλείμματα Ε και; Θες κι εσύ; (Παύση. Μετά:) Όχι. αλλά γιατί όχι κι εγώ; Γιατί δεν είσαι σαν τους άλλους εδώ, αγάπη μου. Έχεις τύχες που δεν έχουνε. Language is a gate, Tom. And you have a first-class ticket to the whole world! Εν καιρώ θα πας όπου θες και με όποιον θες. «Όπου θέλω» δεν μπορώ να πάω Αν θέλω να μείνω στη χώρα, στα δεκαοκτώ πρέπει να πάω στρατό, ξέρεις. So what? Θα πίνεις φραπέδες, θα κάνεις και καμιά σκοπιά. Μπορεί να χρειαστείς να ξεκινήσεις και το κάπνισμα για το ενιάμηνο. Σιγά! Μια εγκυμοσύνη περισσότερο κρατάει. Besides, υπάρχουν τρόποι να αποφύγεις το στρατό. Ναι, γιατί ο Μπαμπάς θα το παιρνε πολύ χαλαρά αν δήλωνα αδερφή Για σπουδές λέω. Αναβολή; Hello? But that s just that. Μια αναβολή μονάχα. Δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Για να το κάνω πρέπει να φύγω από δω. Και θα μου επιτρέπονται τριάντα μέρες το χρόνο στον τόπο που μεγάλωσα. That s, like, really sad. (Ο χορός τελειώνει. Ησυχία) BARB MY Μα Θες να μείνεις εδώ πέρα; Δεν είναι τέλεια, OK. Most of the time νιώθω εξωγήινος. Οι ντόπιοι δεν πάνε το Μπαμπά γιατί τους άφησε για την Αμερική και γύρισε

109 Σ ε λ ί δ α 109 ατιμασμένος και οι ξένοι θεωρούν πως ό,τι πατήσουνε είναι δικό τους Μα/αν αν υπήρχε ένα άτομο που σε έκανε να νιώθεις ασφαλής. Να νιώθεις ο εαυτός σου με τρόπο που κανείς ποτέ δε σε έχει κάνει BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY Μα πού σου ρθανε αυτά; Από μωρά λέμε πως θα την κάνουμε από δω. Δε θα θελες-- Μύγα σε τσίμπησε; (θυμωμένος) Δε θα θελες να δεις άμα μπορείς να μείνεις πλάι του; (μετά, σιγανά) Δε φοβάσαι; Kitty You don t need to worry about that. I will always be here for you. (ξαφνιασμένος) Oh Σ αγαπάω αδελφούλα μου, δε λέω. Uh, duh! Αλλά έλεγα, like, ρο-- ρομαντικά. (BARB γελά.) Οπότε όχι για σένα. Προφανώς. BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB It ll happen for you. Βασικά... Υπάρχει κάποιος. Now you re talking. Είχε γκομενάκια στο summer school. Είχα μια σκέψη; Ένα συναίσθημα. Από πάντα. Ή προαίσθημα; Σα να ξερα το σχήμα του μα όχι το περιεχόμενο πριν από τώρα Great! Λοιπόν, πάμε να τον βρούμε και να τον φιλήσεις, τσακ-μπαμ ερωτευόσαστε και όταν έρθει η ώρα κάνετε και babies. (σαρκαστικά) Ναι, αμέ. Πώς;; Ξέρω γω; Θα πάρετε ένα Κινεζάκι. Ή θα σας κάνω την παρένθετη Άχου κόφ το. Είναι πολύ freaky αυτό που λες. Και νομίζω και racist. Oh, it s happening. Μα θα μου σχεδιάσεις το νυφικό ως αντάλλαγμα. (περιπαικτικά) Έκλεισε. So, ποιος είναι ο τυχερός;

110 Σ ε λ ί δ α 110 MY BARB Ε, ξέρεις Τον-- Τον είδα έξω απ το αεροδρόμιο όταν έφτασα. Μάζευε-- Κάποιος απ το νησί;! (Παύση. ΠΕΤΕΚ μπαίνει διακριτικά από τα αριστερά της σκηνής.) Δε μου το χες πει αυτό MY BARB MY Και τι μ αυτό; It matters, Θωμά. Πρέπει να σαι προσεκτικός και κι υπομονετικός. Και μια μέρα όλα θα τα μπορέσεις. (του πιάνει το πρόσωπο) It happened for me. It can for you. (παιχνιδογκρινιάζει, χτυπά το πόδι του) But I want it now! (Χτυπάνε καμπάνες:) Κάτσε. What happened to you? (ΠΕΤΕΚ έχει πλησιάσει, σκαρφαλώνει πάνω το γαλάζιο του πουκάμισο είναι γαριασμένο και ξεθωριασμένο απ τον ήλιο σταματά πίσω από τον MY. Η BARB κάνει τον MY παρακεί και ορμά στον ΠΕΤΕΚ, τον φιλά παθιασμένα. Ο MY κουμπώνει το πουκάμισό του βιαστικά.) BARB ΠΕΤΕΚ MY BARB (στον ΠΕΤΕΚ, λάγνα) Hey you... (Μετά) Θυμάσαι τον αδερφό μου-- Θωμά Πέτεκ. Αγόρια, είστε έτοιμοι για το καλοκαίρι της ζωής σας; (βάζει ένα χέρι γύρω από τους ώμους του καθενός τους) Θα περάσουμε τέλεια οι τρεις μας! (BARB πανευτυχής, MY και ΠΕΤΕΚ κοιτιόνται πετρωμένοι. Μετά:) MY BARB (κοφτά) Ο Μπαμπάς θέλει να πάρω μια κάσα απ το κόκκινο του Τάσου. Το θέλει για το Δεκαπενταύγουστο καλέ το κρασί, από τώρα θα το πάρεις; (ΠΕΤΕΚ σηκώνει το τετράδιο του MY και το ξεφυλλίζει MY αρπάζει το τετράδιο, κοκκινίζοντας, γυρνά να φύγει.) ΠΕΤΕΚ (γελώντας) Γιατί τρέχεις, ρε; Με φοβάσαι;

111 Σ ε λ ί δ α 111 BARB Wait! (μαζεύει τα γυαλιά αστέρια, τα κρατά ψηλά) Το δώρο σου! (MY κατεβαίνει από τον πάγκο, βγαίνει δεξιά σκηνής, βιαστικά.) Wait, καλέ! (φωνάζει) Δε μου πες ποιος σ αρέσει! (Παύση. Καμία απάντηση από MY.) Πραγματικά κουνιέσαι! (ΠΕΤΕΚ την κοιτά περίεργα) Τι; Πρέπει να το μαζέψει. Για καλό το λέω. BLACKOUT

112 Σ ε λ ί δ α 112 ΣΚΗΝΗ ΠΑΤΡΙΚΟ Πρωινό φως βρίσκει ΒΑΡΒΑΡ, και ΜΑΝΟ στις καρέκλες. πίσω από τον πάγκο, προς το κοινό έχει αφήσει τη ρόμπα της μα παραμένει απεριποίητη και σφιχτά τυλιγμένη στο σάλι της. και MANOΣ μπροστά, αντικριστά, φορώντας σορτς και μπλουζάκια που έχουνε κληρονομήσει από μεγαλύτερα αδέλφια. Η έχει ανοιχτό ένα σχολικό βιβλίο. Τα παιδικά τετράδια, όπου σχεδιάζει αφηρημένα. Στον πάγκο, δίπλα στο τηλέφωνο, υπάρχει μια πιατέλα με μπόλικα πράσινα μήλα και δυο κόκκινα. Απομένουν δυόμισι μπουκάλια νερό. Η προφορά της Σ παραμένει Βρετανική από πεποίθηση. έχει προφορά Ελληνική μα μιλά άπταιστα. Ο MANOΣ πάλι Καθώς η παλεύει να τον διδάξει, παρατηρεί ένα έντομο το οποίο ακούμε να πετά στο χώρο. MANOΣ Τι; Not τι;. What?. Καλύτερα: excuse me? or could you repeat, please?. (Παύση.) ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ Ε;! (αναστενάζει) Geri? (αλλού) The first conditional structure refers to the present or future where the situation is real. So, this is a type one conditional. Does that make sense? (γνέφει) Yes. Κατάλαβες; Τσου. He didn t get it. (του δείχνει το βιβλίο) Read this for me. Έλα, διάβασε. If I If I had. Made. Made (υπερβολική έμφαση) dee-feh-rent choy-sez.

113 Σ ε λ ί δ α 113 ΜΑΝΟΣ (γνέφει ενθαρρυντικά) My life My life wooled be better? Geri Geri? (επιστρέφει) Τ ακούτε αυτό; (Η παίζει νευρικά με το σταυρό γύρω απ το λαιμό της.) ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ Τι; Νομίζω είναι μια μέλισσα παγιδευμένη στο σπίτι. Να τη σκοτώσουμε! Όχι, ρε συ. OK! Now do this whole thing again in English. (αντιδρά στην αυστηρή έκφραση της Σ) W-- What? (ξεφυσά) I think there s a bee trapped in the house. (κοιτά τη που του γνέφει «προχώρα») We kill it! Let s Let s we kill it! No we. Let s kill it. Go on. No, man. (απελπισμένη) Geri, please. (Η σηκώνεται με το βιβλίο της, πάει προς Κουτσομπόλα.) ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ Αυτό είπα πριν. Μεταφράζω. Oh. Yes. (Στο ΜΑΝΟ) If we killed the bee, it wouldn t make honey. Τι είδους conditional είναι αυτό; Tree? Ναι, δέντρο είναι μπράβο. Three! Ε αυτό λέω. Ε δεν είναι αυτό. (Με το βιβλίο, η οδηγεί το έντομο προς την πόρτα.)

114 Σ ε λ ί δ α 114 Geri! Give us another example. (Η ανοίγει το πάνω μέρος της πόρτας και απελευθερώνει το έντομο. Το βουητό υποχωρεί ) ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ If I had left for work early I wouldn t have to put up with this. (κάθεται) That s type three. Εδώ δεν καταλαβαίνει το zero! Κι εγώ τι φταίω;; You talking to me? Mano. Can you give an example of a conditional? Any type! Yes. (Παύση.) ΜΑΝΟΣ Αμάν ρε, Μάνο! Πες κάτι το υποθετικό. Α! Αν η γιαγιά μου είχε καρούλια θα τανε καρότσα. (Ο ΜΑΝΟΣ ξεκαρδίζεται με το σπουδαίο αστείο του.) ΜΑΝΟΣ Again, in English. If If my grandmother had the wheels she would be a κάροτς! (ΜΑΝΟΣ και γελούν.) Carrots is καρότα. Καρότσα is carriage. Write it down. (στο βλοσυρό βλέμμα της Βαρβάρας) What? It s kinda funny. Σκέψου τη Μαρτζ καρότσα. Μπορείς να με κάνεις back up ρε παιδί μου; Μια φορά! Ώχου, βρε αδερφέ! (ΜΑΝΟΣ γράφει στο smartphone του.) Αλήθεια έτσι θες να ναι η τελευταία μέρα σου; Ποιος λέει ότι είναι τελευταία μου μέρα; Τα είπαμε αυτά Ο Μπαμπάς είπε/ θέλει να πας. Δε μου το πε εμένα! Περίμενε να φτάσει ο αδερφός σου, κακομοίρα μου!

115 Σ ε λ ί δ α 115 ΜΑΝΟΣ Do you really want to go into it with him here? I d have more of a chance of a donkey understanding me. (απορροφημένος στο τηλέφωνο) Γαμάει το Donkey Kong!!! Retro φάση. Είδες; Χρειάζεται τη help μας! Καλά, κάποιο είδους help σίγουρα το χρειάζεται Σοβαρά, Geri! Αυτό έχουμε να προσφέρουμε εδώ, OK? Όπως όταν μας διάβαζε ο Μπαμπάς τη Narnia, remember? Τo να ξέρεις μια γλώσσα είναι σαν να χεις access to this magical wardrobe Πού σε πάει στη Νάρνια; Που σου δίνει τη δυνατότητα να πας σε τόσα πολλά μέρη στον κόσμο. Οπότε λες ότι οι γλώσσες είναι σα μαγικές ντουλάπες; Οι γλώσσες είναι σαν πύλες θα μπορούσαμε να πούμε. Κι αν τ Αγγλικά είναι πύλη σου εσύ γιατί είσαι ακόμα εδώ; (Beat.) ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ Έχασα την πτήση μου. I go now. Have get my γιαγιά from the boh-at. She lose. (διορθώνει) She gets lost. Θα με πας στη δουλειά; (φλερτ) Κι εσύ τι θα μου δώσεις; (σηκώνει απειλητική γροθιά) Δε θα σε βαρέσω. Πώς σου φαίνεται αυτό; (υποχωρεί) OK, OK! (ΜΑΝΟΣ πάει προς πόρτα, διστάζει, σηκώνεται, τον σταματά.) ΜΑΝΟΣ Could you please ask your γιαγιά when she ll be able to pay me? (παίζει με το τηλέφωνο) Eh? Πες της κυρά Μαργαρίτας της κάνω έκπτωση, όχι δώρο.

116 Σ ε λ ί δ α 116 (ΜΑΝΟΣ παίζει με το τηλέφωνο) Ε, ψιτ. Εδώ σε θέλω. Ήδη μου φερες λάθος την παραγγελία το πρωί. (κάνει νόημα προς την πιατέλα) Does that look like a dozen Pink Ladies? ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ Έ, δεν είχαμε άλλες Ladies τι να Εnglish, ρε! We has only left Grand mother Smith. Δε δουλεύω βερεσέ, μικρέ. Πες της γιαγιάς σου να με πληρώσει. (ΜΑΝΟΣ πάει να ξαναστείλει κι η του γραπώνει το τηλέφωνο.) Or I m keeping this. ΜΑΝΟΣ Όχι-- ( κάνει να το πετάξει) NO! Soon Miz Roula, he say soon. Did she say when? (ΜΑΝΟΣ σηκώνει τους ώμους.) It s Mrs. Barbara by the way. ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ But you no marry. Αυτό τον κανόνα το θυμάσαι ρε σκατό; (προς ) Έλα, πες της κάτι. Τι να της πω; Εσένα οι αδερφές σου σ ακούν ποτέ; Ούτε οι θείες μου, ούτε η γιαγιά μου OK! Let s go. Πάμε. (ΜΑΝΟΣ μουρτζουφλιάζει. τον σπρώχνει προς την Κουτσομπόλα.) Θα γυρίσω με το που τελειώσω. (βγαίνοντας) Don t smoke, έτσι; Σοβαρολογώ. Αν καπνίσεις σ έφαγα. Geri. Ger, wait. (σταματά) Τι; ( κοιτά γύρω, πιάνει ένα πράσινο μήλο και το δίνει σε.)

117 Σ ε λ ί δ α 117 Κάτι να σε κρατήσει μέχρι τ απόγεμα. Thanks, sis. (ανταλλάσσει το πράσινο για ένα κόκκινο μήλο) Bye! Αν δείτε την οικογένεια του Μάνου, γενικά με τους ανθρώπους του χωριού, προσπάθησε να σαι λίγο πιο Λιγότερο α Μήπως να σου φτιάξω μισό τα μαλλιά σου; ( πάει να ακουμπήσει, διώχνει το χέρι.) Σε έχεις δει; Να μου κάνει κόμμωση για να ανεβώ στη μηχανή λέει. ΟΚ. Έλα κατευθείαν σπίτι. Ο Θωμάς θα Αμάν. I know. Και μην ξοδευτείς στο Internet café ξανά. Δικός μου μισθός είναι, ό,τι θέλω τον κάνω. ( παίρνει το τηλέφωνο του ΜΑΝΟΥ απ τη και βγαίνει. ακολουθεί.) (φωνάζει) Φόρα το extra κράνος του τουλάχιστον! (εκτός, φωνάζει πίσω) Ούτε ένα δεν έχει. ( ξεφυσά. Κάθεται, κάνει μασάζ στους κροτάφους της. Κοιτά προς δωμάτιο Μπαμπά... Εμφανίζει τσιγάρο κι αφαιρεί το κάτω μέρος του σταυρού της, αποκαλύπτοντας κρυφό αναπτήρα. Ανάβει και καπνίζει Ήχος μηχανής που απομακρύνεται σηκώνει το τηλέφωνο.) (σταυρώνεται. Μετά, ακούει:) Δόξα σοι ο Θεός. Δουλεύει ακόμα. (παίρνει καμία απάντηση. Κλείνει, παίρνει νέο νούμερο) Ναι, γεια σας, αεροδρόμιο; Ήθελα να μάθω αν έχει έρθει ένας επιβάτης. Η πτήση εί Δε μπορείς να μου πεις αν ήτανε στην πτήση, ρε μαλάκα; Ναι; Ναι;! (Βαρά το ακουστικό, βουρκωμένη από θυμό. Κρύβει τα δάκρυα στον καπνό απ το τσιγάρο. Βογγητό πόνου από εκτός σκηνής...) Έρχομαι Μπαμπά. Έρχομαι αμέσως. ( σβήνει το τσιγάρο της πίσω απ τον πάγκο.) BLACKOUT

118 Σ ε λ ί δ α 118 ΣΚΗΝΗ ΚΑΡΑΒΙ / ΛΙΜΑΝΙ Θέα ανοιχτής θάλασσας πέφτει πίσω από και - όρθιοι πάνω στον πάγκο, που τώρα είναι κάθετος στον ορίζοντα της σκηνής ως κατάστρωμα. Φορούν χρωματιστά, καλοκαιρινά ρούχα. Τα γυαλιά του έχουν κάλυπτρα ηλίου. φορά messenger bag, κρατά κουλούρι. Ταλαντεύονται με την κίνηση του πλοίου. Ακούγονται άνεμοι και κύμα ενώ τα φώτα μάς χτυπάνε μεσημέρι. κοιτά προς κοινό, δαγκώνει το κουλούρι. *Σημείωση: Στα Ελληνικά του ΧΑΝ τα γραμματικά λάθη είναι επίτηδες. ΧΑΝ ΧΑΝ (διαβάζει tablet) How about? Family is a compound word here. Οικογένεια. It comes from house and birth. So, I want to thank you for accepting me into your home today and may this meeting between us give birth to a new family. Think they ll like it? Τώρα μόνο πρέπει να το... translate. Ναι; (looks to )...Bae? Πώς πέρασε ένας μήνας I know. (αγναντεύοντας το κοινό) Πολύ όμορφη Μεσογείων! Μεσόγειος. What did I say? Ασ το. No, please! Παρακαλώ. Αν δε μιλάμε Ελληνικά πώς θα μάθω; (ΧΑΝ cutes it up. ΤΟΜ ενδίδει) ΤΟΜ ΤΟΜ ΧΑΝ Lesson one. Honeymoon is μήνας του μέλιτος which would translate to Mmm Month! Of honey. Yup! (reading form his notes) Ανυπομονώ να γνωρίζω τις αδέρφια σου! OK, τεστ: Geri μισό-μισό Ετεροθαλής. Και αρέσουν υπολογιστές και super heroes. Barb αρέσει τραγούδι; Βαρβάρα τη λένε τώρα. Αν τραγουδάει ακόμα ; Καλύτερα αν τ άφηνε.

119 Σ ε λ ί δ α 119 ΤΟΜ ΧΑΝ ΤΟΜ ΧΑΝ (trying it out) Βάρβαρα. Βαρβάρα. Τι λέω εγώ; Δεν πειράζει. Τι έχεις, bae? You seem (checks notebook ) τσαντισμένος από τότε που πήρε η Barb-áh-ra. Ε, εντάξει μου τη σπάει. Γιατί; Ε τι; Με παίρνεις στο honeymoon Δεν έχεις ευχηθεί τίποτα και «έλα σπίτι γιατί ο Μπαμπάς» Δεν ξέρω κι εγώ τι. Από τότε που φυγα «όλο ο Μπαμπάς θέλει, ο Μπαμπάς λέει, έλα για το Μπαμπά»... Ε; Άλλη μια φορά; She wants what she wants when she wants it, ρε παιδί μου. Έλα! It s OK. We re in Greece!! Δεν ήτανε σχέδιά μας αλλά χαίρομαι που θα δω από πού είσαι. (αναστενάζει) Να, ΟΚ, καλό αυτό λες... (του τρίβει τον ώμο) Aw, my boo. Come ere. ( πάει να αγκαλιάσει καθώς ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ μπαίνει από δεξιά σκηνής, διασχίζοντας κατάστρωμα κάτω απ τα αγόρια. Βλέποντας την αλλάζει - βάζει χέρι φιλικά γύρω από λαιμό του. Buzz απ την τσάντα.) Ωχ! Get it, get it! Ο παραγωγός. (ψάχνει, βγάζει τηλέφωνο) It s just that kid from the app. Ο αγόρι από το Γρινδρ; (γελά) Καταπληκτικό data roaming! (απογοητευμένος) Oh. Το δεκαεννιάχρονο; Τι θέλει; Hm (looks close to the screen) Δεν ξέρω; Τι να καταλάβεις από close up του bellybutton του; Probably wants to see our dicks. (Buzz) Και έστειλε τον κώλον του. (Beat - tilts his head and looks at his phone.) It s a nice ass... But, like, people who won t show you their face ποτέ δεν ξέρεις This butt could really be ογδόντα χρονών. (Buzz.) Aaaand we ve got face! No way είναι δέκα εννέα. Δέκα εφτά. Πολύ πολύ.

120 Σ ε λ ί δ α 120 ΧΑΝ ΤΟΜ (κοιτά) Aw. Θυμάμαι που χα κι εγώ αυτό το σκιερό μουστακάκι φάση. Barb kept pretending I had dirt on my lip και μου λεγε όταν τρώγαμε όλο να σκουπιστώ κι εγώ την πίστευα σα βλάκας. Είναι (checks book) νόμιμο εδώ; Οι φάρσες; Δέκα εφτά χρονών. Δεν είναι και πολλά παράνομα εδώ. Κι αν είναι, ακόμα οι άνθρωποι τα κάνουνε. Σαν το κάπνισμα μέσα ή που δεν κόβουνε απόδειξη ποτέ. Αλλά εντάξει είναι ακόμα παράνομο να τεκνοθετούν ομόφυλα ζευγάρια. (με ψεύτικο πατριωτισμό) Κάποια τάξη πρέπει να μείνει σ αυτόν τον κόσμο! (unexpectedly earnest) It must be hard for you to be back here. (αλλάζει θέμα) Ooh! Κοίτα. (σηκώνει τα κάλυπτρα ηλίου) Το βλέπεις; (eating) Τι; Το σχήμα του (δείχνει) Πώς σχηματίζονται αυτοί οι τρεις λόφοι; Αυτά θα τανε οι καμπούρες του ή όπως τα λεν στους δεινοσαύρους. (checking tablet) Δεν έχει Wi-Fi στο πλοίο, huh? Like a stegosaurus, you know. (typing) Uh-huh. Uh-huh. No idea what you re talking about. Look! Οι νησίδες που φεύγουν απ την όχθη σαν να ναι ουρά; What the fuck s ισίδες? Those islets. See? Yes. Ψεύτη! Κουλούρι; Όχι, ευχαριστώ. Κοίτα! Suit yourself. (takes another bite, looks at phone - through mouthful of koulouri) Wait! Έχει αεροδρόμιο το νησί; Ένα μικρούλι στο δεύτερο hump. Plate.

121 Σ ε λ ί δ α 121 Huh? Stegosauri had plates. They used them primarily for display and possibly thermoregulation. 3G on the open sea bitch. (waving his phone) Ακούω! (χαμογελά) Έχει μικρό αεροδρόμιο στην δεύτερη πλάκα λοιπόν. Και δεν πήγαμε με το αεροπλάνο γιατί ; Είναι μικρό σου λέω. It s, like, uh, a runway. Ε, λατρεύω runway? Το καράβι είναι πιο φτηνό. Ναι, (takes a big bite) αν δεν κάνω εμετό. (αλλού) Ο Μπαμπάς ήταν ο μόνος πιλότος στο νησί χρόνια. Ο πατέρας του ήτανε Καραγκιοζοπαίχτης και ο παππούς του συλλέκτης. It was a thing here, Θέατρο Σκιών. Γεννήθηκε ως αντίσταση την εποχή της Οθωμανικής κατοχής. Στα μάτια των κατακτητών Ο Καραγκιόζης ήταν ο καημένος, κουτοπόνηρος Γρεκός. Μα για τους κατακτημένους ήταν μήνυμα ελπίδας. Ο φτωχός και κατατρεγμένος Έλληνας που όλο δοκιμάζει νέα σκαρφίσματα για να καλυτερέψει τη ζωή του και όσες φορές κι αν τον πετάνε απ το Σαράι, πίσω στην παράγκα του, δεν το βάζει ποτέ κάτω. I know Θέατρο Σκιά is shadow. (another bite) Fascinating. Πώς δουλεύει; ( βγάζει τετράδιο και τηλέφωνο από την τσάντα.) Τσίχλα; Κάπου ( ψάχνει, διπλώνει μια σελίδα στα τέσσερα σαν concertina.) ΤΟΜ ΧΑΝ So, ο Παππούς Grandfather. (offering gum) Here. Μάσα την. Uh OK? ( μασά όσο ΤΟΜ κόβει άλλη σελίδα σε λωρίδες.)

122 Σ ε λ ί δ α 122 ταξίδευε στα νησιά και έκανε παραστάσεις για τα πανηγύρια των αγίων, the festivals of the saints. Σπεσιαλιτέ του, Saint George and the dragon. ( προτείνει το χέρι του, ΧΑΝ φτύνει την τσίχλα. Την κόβει μικρά κομμάτια και κολλά τις λωρίδες στην concertina.) Now, προπαππούς Great-grandfather? Ding-ding-ding! He was obsessed με τις φιγούρες! Ναυτικός. Ταξίδευε τον κόσμο και τις έψαχνε. Ινδία, Ταϊλάνδη, Συρία, Νεπάλ, Γερμανία, Αίγυπτο κι Αμερική ακόμα. His συλλογή was just, just απίστευτη! (hesitant) Dis gusting? (γελά) Amazing! Aaaand ( φορά τη μαριονέτα που μόλις έφτιαξε και χρησιμοποιεί το φακό του τηλεφώνου για να ρίξει τη σκιά ενός τέρατος στο στομάχι του.) Ta-da! (ως τέρας) Grrr! Argh! ( γελά. μετακινεί σκιά στο λαιμό του, κάνει πως τον δαγκώνει.) (giggling) Ah! Σταμάτα! (βάζει τα πράματα πίσω στην τσάντα) Προφανώς, χωρίς όραση twenty-twenty δεν μπορούσα να ακολουθήσω την πορεία του Μπαμπά. Οπότε δίχως το πιλοτιλίκι είπα να μπω στα βήματα των παππούδων. Μα ο Μπαμπάς ούτε ν ακούσει να χρησιμοποιήσω τις φιγούρες τους. Ε, έφτιαξα κι εγώ τις δικές μου. Μια οικογένεια από χαρτόνι και ρυζόχαρτο και ξυλαράκια από παγωτά και έκανα πρόβες ώρες ατελείωτες στο δωμάτιο μου και έκανα όλες τις φωνές. Like (βαρύς) for the dad puppet or (μελωδικά γλυκός) the mother one. Ήμουν επτά και είχα ετοιμάσει ολόκληρη παράσταση για το Μπαμπά και τη Βαρβάρα. Ούτε δέκα λεπτά δεν έπαιξα. Ήρθε πίσω απ το σεντόνι που χα στήσει και μου τις πήρε από τα χέρια. Μου λέει «αν συνεχίσεις να κάνεις έτσι θα χαλάσεις τη φωνή σου». Ιf I kept on like that I d ruin my voice, λέει. Aw Yeah. He was a gruff man. Και η μαμά σου;

123 Σ ε λ ί δ α 123 I don t know much. Barb says το όνειρο της ήταν φέρει το νησί στο μέλλον. Ή το μέλλον στο νησί Παίζει κα να ταν η πρώτη γυναίκα αρχιτέκτονας εδώ; Or a developer. Tις μισές ταβέρνες αυτή τις έστησε λέει και το water delivery από τη Στερεά. Back in the 80s there δεν είχαμε καν βασική ύδρευση. Ακόμα δεν μπορείς να πιείς νερό βρύσης (making note on tablet) Good to know. (Buzz. και χώνονται κι οι δυο να ψάξουν.) (checking phone) The kid again. Αν είναι! Πώς να είναι εδώ για αυτόν, ε; (αλλού) Hm? Not many people on the app στην άκρη της Μεσογείων, φαντάζομαι. What must it be like να είσαι ένα από δέκα homosexuals στο μέρος σου; Ή ο μόνος στο νησί. (Παύση.) I ll tell you what, αν υπήρχαν αυτά τα apps όταν ήμουν εγώ έφηβος ούτε ξέρω πόσο θα χα μπλέξει ΧΑΝ Why? Πώς ήσουν ως teenager? Ντάξει. Ψιλομοναχικός. Με την αδερφή μου έκανα παρέα και (αποφεύγει) Βλέπεις το λόφο με την εκκλησιά; Με το δένδρο ελιά; (σα σ όνειρο) Πηγαίναμε εκεί οι δυο μας από τότε που θυμάμαι. Μέχρι το καλοκαίρι πριν απ τους Ολυμπιακούς. Πριν, σκαρφαλώναμε εκεί ψηλά παρέα κι ύστερα ένας-ένας, one, two, three, βουτάγαμε -μπλουμ- κάτω. μερικές φορές περνάγαμε όλη μας τη μέρα πάνω κάτω και αράζοντας στον ήλιο μετά την κάθε βουτιά κι ανάβαση, να αναπνεύσουμε Ποιος one, two, three? Eh? Eh, Εγώ η Βαρβάρα και ο Πέτρος. Petros?

124 Σ ε λ ί δ α 124 Σου χα πει. Ο ξέρεις. Ο γιος της παραδουλεύτρας του Μπαμπά. The guy? Like your (wiggles his eyebrows suggestively) o Πρώτος σου; Φίλος μου ήταν! Ωραίος φίλος. Is he gonna be there? Στο νησί; Μπα. Γιατί να ναι; Δε θέλεις να τον ξαναδείς; Σχεδόν είκοσι χρόνια έχω να τον δω. Δεν είμαστε ούτε φίλοι στο Facebook. That s not really an answer. (Buzz.) Oh! (αρπάζει το τηλέφωνο) It s Theo! It s the producer! I know who Theo is! Pick up, pick up! (το σηκώνει) This is Tom Pappas... Yes, hello, Theo! Yes, we re we re flying in tomorrow. We ll be on schedule He s very excited too Thank you. Oh, OK. OK. I ll wait for your call. Zie je snel. [Τα λέμε σύντομα.] Soooooo? (και καλά χαλαρός) Ο Theo. Just wanted to make sure ότι θα φτάσουμε εγκαίρως. Θα μου δώσει κάποια notes, λέει αργότερα. Το βιβλίο σου κάνουνε σειρά. Δεν είσαι εσύ το (sexy) boss? (ΧΑΝ κάνει και καλά να τον δαγκώσει) Έλα, μαζέψου. (NYC Jewish accent) Can I help it if my new husband makes me horny? ( πλησιάζει. κοιτά γύρω του άβολα μα ενδίδει στην αγκαλιά και ένα γλυκό, θερμό φιλί. Αναστενάζει.) Καλύτερα; (ντροπαλός) Μπορεί. (takes a bite) You know, it s funny if you think about it.

125 Σ ε λ ί δ α 125 What is? Your παππούδες παίζανε με τις σκιές κι εσύ φτιάχνεις τα φώτα. ΤΟΜ Ε; ΤΟΜ You know: Lights! Camera! Action! (γελά. Μετά:) Α, εκεί! (δείχνει προς κοινό) Το βλέπεις; Να η ουρά και το σώμα οι πλάκες: one, two, three- κι εκεί, το σπίτι μας, που βλέπει το ξωκλήσι, στο λόφο που σκίζεται στα δυο. (recognizes, spits koulouri) Το στόμα! Βουνό είναι κεφάλι! (γελά, πετά ψίχουλα απ το πουκάμισό του) That s why they call it Teras. Wow. Now, I see. Σα δράκος που χασμουριέται. Ή φίδι που δαγκώνει την ίδια την ουρά του. (ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ γυρνά από αριστερά σκηνής, γνέφει σε.) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Έ! Εσύ δεν είσαι ο γιός του Παπακωνσταντίνου; I m sorry, I don t speak your language. Βρε, αχαΐρευτε. Πόσα χρόνια έχουμε να σε δούμε που ξέχασες και τα Ελληνικά σου; Τι κάνει ο καμένος ο πατέρας σου; (ΤΟΜ κάνει πως δεν καταλαβαίνει.) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (φεύγει) Άει στο διάολο, ρε σκατό. Why did you tell her that? I don t want every άσχετο to know πως γύρισα. Τα μεσάνυχτα είναι η μέρα τριάντα μία και μετά παρανομώ, I m here illegally, remember? You could ve still said γεια. (αποφεύγει) Βλέπεις εκεί στο βράχο. Αυτό ήταν το παράθυρο μου. Αυτό που είναι μέσα-μέσα στο βουνό; Uh-huh. Ήταν σταύλος του προπαππού απ τη μεριά της Μάνας μου κι όταν παντρεύτηκαν με τον Μπαμπά εκείνη το μετέτρεψε σε σπίτι. (checks book) Μεγάλωσες κάτω από γη;

126 Σ ε λ ί δ α 126 Heh. I guess. Ό άντρας μου ο τυφλοπόντικος. (Κόρνα ferry.) ΤΟΜ Almost there. You ready? Να γνωρίσω όλους σου τους συγγενείς. Αμέ! ( γελά. Κόρνα.) Προλαβαίνω να πάρω more koulouris? Αμέ. I ll meet you στην ουρά? ( γελά.) Τι. Γλυκό που νομίζεις ότι οι Έλληνες κάνουν ουρά. Στον όχλο θα με βρεις. ( πάει για φιλί. ΤΟΜ διστάζει στιγμιαία, κοιτά γρήγορα γύρω του και δίνει ένα συγκρατημένο φιλάκι.) Τα λέμε στο λιμάνι. (with a last glance at the view) I didn t realize monsters could be so small. ( κατεβαίνει εκτός θέας μας. μένει, κοιτά προς κοινό. Κόρνα άλλη μια φορά. κατεβαίνει, παίρνει δυο βαλιτσούλες από πίσω από τον πάγκο και κάνει μια, δυο περιστροφές γύρω του -καθώς ακούμε τους ήχους πλοίου που δένει- και μια τρίτη. Η θέα της θαλάσσης αντικαθίσταται από ενός πλοίου δεμένου στο λιμάνι. έρχεται μπροστά, κοιτά ψηλά, προς το πατρικό του. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ μπαίνει από αριστερά σκηνής τραβώντας μαζί της το ΜΑΝΟ.) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΟΣ (στο ΜΑΝΟ) Ρε, ο Θωμάς δεν είναι; Πού να ξέρω εγώ;

127 Σ ε λ ί δ α 127 ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (στον ) Πόσα χρόνια έχουμε να σε δούμε; Πώς μεγάλωσες, φτου σου. She s spitting you for luck. (κατεβάζει τα κάλυπτρα ηλίου) Thank her for me. Ευχαριστώ λέει. Τι ευχαριστώ, ρε; Ποιος ήταν αυτός μαζί σου παιδάκι μου, ο ξένος; I think you are mistaking me for someone else. Ντιγκιντάνγκας φαίνεται. Χαμένα τα χεις, γιαγιά. Α ρε σκατό. Ξέρω τι σου λέω. Είναι ο γιος του Παπακωνσταντίνου που πήγε στην Αμερική και του πέθανε η γυναίκα και μετά που γύρισε γκάστρωσε την Άννα, την καθαρίστρια. Δεν ξεχνάω. Πες του! (ντροπαλός) She say you are not the son of Mr. Papakostantinos? Mr. Alexandros, the peelot, he go to America, his wife die (σπρώχνει το ΜΑΝΟ) Πες του! Έκανε παιδί με την καθαρίστρια. ( χαμογελά στο ΜΑΝΟ σε στυλ «τι λέει η τρελόγρια».) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Να ναι καλά η αδερφή σου. Άγια που την παρατήσατε μονάχη να φροντίζει τον πατέρα σου και το μπάσταρδό του. Αγία! ( επιμένει να μην αντιδρά.) ΜΑΝΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ Έλα, πάμε βρε γιαγιά. Ρεζίλι μ έκανες στον ξένο. (του ρίχνει φάσκελο) Α να χαθείς! (ΜΑΝΟΣ παίρνει τη ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Σταματά πριν βγουν.) ΜΑΝΟΣ Sorry we bother you, mister. Καλή διαμονή. (Βγαίνουν. παρατηρεί καθώς η κόρνα ηχεί τρις δηλώνοντας την άμεση αναχώρηση του πλοίου. Μετά:) Καλώς σας βρήκα (σαν νa το φτύνει) Κωλόγρια. ( με δυο κουλούρια. Φιλά τον στο λαιμό και τον ξαφνιάζει.) Check it! Τwo for one. Έκανα παζάρια.

128 Σ ε λ ί δ α 128 (άγριος) No PDA on the island, OK? Δεν έχει χάδια στο νησί. Είναι αλλιώς εδώ. Κατάλαβες; (military salutes) Sir, yes sir! (then, nodding after ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ and ΜΑΝΟΣ) They seemed nice. Τι σε ρωτούσανε; Τίποτα. (σηκώνει τα κάλυπτρα, έντονος) Remember that it s different here. ( γνέφει ΟΚ, με κουλούρι στο στόμα. κατεβάζει τα κάλυπτρα. Παίρνει ο καθένας μια βαλίτσα και--) BLACKOUT

129 Σ ε λ ί δ α 129 ΣΚΗΝΗ ΠΑΤΡΙΚΟ Μεσημεριανό φως αγγίζει το καλυμμένο παράθυρο. Ο πάγκος πάλι παράλληλος στον ορίζοντα της σκηνής. Πάνω του η πιατέλα με τα μήλα, το τηλέφωνο, 2 ½ μπουκάλια νερό και οι καρέκλες γύρω. Φωτισμένη από πίσω, σιλουέτα εμφανίζεται στο παράθυρο. *Σημείωση: Στις μεικτές σκηνές, ηθοποιοί πίσω από το πλαστικό δηλώνονται με υπογράμμιση. Δεν καταλαβαίνω γιατί τ αγόρασες αυτό τώρα. (off) Come on! Είναι πλάκα. Ασεβές είναι. (off) Ήτανε φτηνό! I m telling you, you ll be glad I got it. (Παύση.) Άντε, έλα. Δεν έχουμε όλη μέρα. (Σιλουέτα μπαίνει στο frame, παίρνει φωτογραφίες με το tablet.) ΤΟΜ ΧΑΝ Chillax, bae. Δεν έχει network και χαίρεται τη φύση. (διορθώνει) Χαίρομαι. Me too! Ι mean (sighs) look at this view! Θέλω να φωτογραφήσω τη θεά. Θέα. Θεά. ΘΕ-α. What am I saying? Θεά. Goddess. Θέα is view. Now hurry up, κατουριέμαι. (takes one last photo) Ευχαριστώ. (Παύση.) (gestures towards the door) You gonna go up and knock or? Τώρα. ( παίρνει το χέρι και βγαίνουν εκτός, δεξιά του παραθύρου.

130 Σ ε λ ί δ α 130 Παύση. χτυπά την Κουτσομπόλα. Παύση. χτυπά ξανά πιο δυνατά ανεβαίνει από Υπόγειο. χτυπά ξανά). Ποιος; (off) Τι ποιος; Εγώ. Κι εσύ ποιος είσαι; (off) Εγώ είμαι, ρε Βαρβάρα. Ποιος σου πε το όνομά μου; (off, barks) Ο αδερφός σου είμαι, μωρή! (sighs) What a beautiful language! Και τότε πώς σε λένε; (off) Tom. Εγώ αδερφό Tom δεν έχω. (off) Your brother kitty then. Έτσι μπαίνω; ( χαίρεται. Αναποδογυρίζει την πιατέλα, ρίχνοντας τα μήλα και τη χρησιμοποιεί ως καθρέπτη, φτιάχνεται και ανοίγει το πάνω μέρος της Κουτσομπόλας στον τώρα χωρίς τα κάλυπτρά του.) Καμάρι μου! Βαρβάρα! (τυλίγει τα χέρια της γύρω απ το λαιμό του) Αδελφούλη μου. (ξεφεύγει από την αγκαλιά) Πόσο καιρό είναι σπασμένο το παράθυρο; Να σε δω, να σε δω. ( τον σπρώχνει πίσω. Ανοίγει το κάτω μέρος της πόρτας, του επιτρέπει να μπει μέσα και τον κοιτά από πάνω μέχρι κάτω.)

131 Σ ε λ ί δ α 131 Κούκλος. Ωραία που μεγαλώνεις. Γκρίζαρες. Άντρεψες. Κι εγώ; Κι εγώ; ( κάνει σβούρα μπαίνει με την τσάντα. Φορά μπλουζάκι με σχέδιο του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου. Τα χέρια και το κεφάλι του ξεκινούν εκεί που λείπουν τα δικά της- σταματά τη σβούρα της για να απορροφήσει το θέαμα. εμφανώς ντρέπεται. (Παύση.) So! Από δω ο Αλέξανδρός μου. Xan, this is my oldest sister, Barbára. Uhm, excuse me! Older sister. (προς ) Got it? Όχι! Πολύ νέα. ( γελά, ακολουθεί.) Δεξιά πρώτα, ναι; ( και φιλιούνται σταυρωτά.) Σωστά! Love the t-shirt. (to ) See? Σήμερα το πρωί σκεφτόμουνα: «Ξέρεις ποια πρέπει να βάλουμε στη θέση της; Αυτή την κουλή την Αφροδίτη». (missing the shade) Χάρηκα, Barbara. Βαρβάρα. Barbara. Βαρβάρα. Βαρβάρα! Βαρβάρα; Yes! (taps s chest playfully) Don t sound so surprised! Don t just stand there. Ελάτε, ελάτε.

132 Σ ε λ ί δ α 132 ( και μπαίνουν. βγάζει δυο διαφορετικά ποτήρια και τους μοιράζει το απομένων μισό μπουκάλι νερό. βγάζει και ακουμπά την τσάντα του στον πάγκο.) (clocks her appearance and mess) Did we wake you? Ε;; Σε ξυπνήσαμε. Όχι, καλέ. No. You have such a beautiful home! Ωραίο σπίτι. Μαθαίνει Ελληνικά. (σαρκαστικά) Έλα, δεν το πιστεύω. Ωραία θεά; (κοκέτικα) I mean, if you say so (to ) That s goddess again. (γελά) Καλέ, τι ωραίοι που είστε. Μπράβο. Ευχαριστούμε. ( ξεκαρδίζεται.) (to ) Καλά, είναι δυναμό αυτός. Πού να στα λέω... Ο ο Μπαμπάς είναι ξύπνιος; ( κοιτά προς μετά γνέφει «όχι». και κάνουν μια παύση...) ΤΟΜ Πάω για τις βαλίτσες, ναι; We re not staying. Δε θα μείνεις; (άγρια) Σου πα χθες να ρθεις επειγόντως, μ έστησες και τώρα you re not staying? Uh. Πάω βαλίτσες Give you a chance to catch up. Thanks, bae.

133 Σ ε λ ί δ α 133 ( βγαίνει. γυρνά πλάτη στον καθώς εκείνος μαζεύει και τακτοποιεί τα μήλα πάλι στην πιατέλα, κόκκινο στην κορυφή. Ύστερα πλησιάζει το παράθυρο, αγγίζει την ταινία που το κρατά κλειστό.) Είχε την καλύτερη θέα της εκκλησιάς απ εδώ... Τι έγινε; (Παύση.) Ρούλα ; ( αγνοεί. Περιπαικτικά) Barb. (χωρίς να γυρίσει) What? Τι τον έχεις βάλει εδώ πέρα αυτό το μπερντέ; (χωρίς να γυρίσει) Κάποιοι από μας ζούμε εδώ και το χειμώνα. Πώς έσπασε εννοώ. (χωρίς να γυρίσει) Κάτι παιδιά απ το χωριό. Γιατί; Γιατί να το κάνουν αυτό; Γύρνα μου να σε δω, ρε συ. ( γυρνά διστακτικά. πλησιάζει, κρατά τα χέρια της.) Αλήθεια you look good. Παιδούλα. Ίδιος ο Μπαμπάς όταν λες κάτι τέτοια φολκλόρ. Έχεις καμιά στέκα; Ούτε καν; Χμ. Για δώσε το σάλι. (, του το δίνει διστακτικά. ΤΟΜ το τυλίγει στο κεφάλι της σαν τουρμπάνι, απελευθερώνοντας κάπως το πρόσωπό της) Ορίστε. Model realness. Πότε μπορώ να του μιλήσω; Κοιμάται. Δες το μικρό πρώτα και έχουμε κι εμείς να πούμε. (γνέφει «ναι») Να πούμε, ναι Ο Xan κι εγώ (τα νευρικά του χέρια βρίσκουν το να ποτήρι νερό. Το κατεβάζει. Μετά:) Οι δυο μας είμαστε; Μπαμπάς στο κρεβάτι, Geri στη δουλειά. Οι δυο μας. ( τσεκάρει το τηλέφωνο.) Περιμένεις κάποιον;

134 Σ ε λ ί δ α 134 Την ώρα κοιτάω. Μόλις έφτασες. ( επιστρέφει με τις βαλίτσες.) Που να τις βάλω; Υπόγειο. Άλλη μια φορά, παρακαλώ; Basement. You re in Geri s room. Ο Θωμάς θα πάρει το δικό μου. Oh, that s so nice but/ we have to catch the last ferry so... Είπα. Δε θα μείνουμε. (Παύση.) ΤΟΜ ΧΑΝ Είτε θα μείνετε είτε να φύγετε και οι τρεις για Αθήνα. Τρεις; (excited) Θα πάμε με Geri? (καγχάζει) Με Geri? Τι; (τσεκάρει τηλέφωνο) Πώς είναι το σήμα εδώ αυτές τις μέρες; Το υπόγειο ακόμα dead zone? (Παύση - κοιτά τον δολοφονικά.) Ooof! It really is quite chilly in here, huh? ( μπαίνει τρέχοντας από Κουτσομπόλα, με ποδιά σέρβις ακόμα.) Έφτασες επιτέλους!!! ( ορμά στην αγκαλιά του ΤΟΜ.) Geri! (προσποιείται πόνο στη μέση ) Oh my god. You got so big! Ε δέκα χρόνια έχεις να με δεις (κρεμάει την ποδιά απ το λαιμό σαν να ναι ο Clint Eastwood στο High Plains Drifter, cowboy:) You shouldn t have come back, Tommy Gun. This town ain t big enough for us both. So, whatchagonna do about it, son? ( παίρνει στάση να πυροβολήσει. μιμείται. Πάει για το «όπλο» του μα ξεφεύγει επίτηδες, ώστε ο πρώτος πυροβολισμός να ναι από.)

135 Σ ε λ ί δ α 135 (πιάνει τα πλευρά του) Aaargh! You got me, you bastard. (κοιτά το «αίμα» στα χέρια του) I always knew it would end like this. (δραματικά πέφτει στα γόνατα, μετά κάτω με τα μούτρα, με κώλο στον αέρα. κάνει γυρίζει το πιστόλι με το δάχτυλο και φυσά τον «καπνό» του.) Good riddance to a bad crook. ( βάζει το όπλο στη θέση του. ξεσπά σε χειροκρότημα.) Bravi. Bravi! Bae, I did not know you had it in ya. (σηκώνει τον, τον αγκαλιάζει γερά) Καλώς μας βρήκες. Whoa. Δυνάμωσες. (βγάζει ποδιά, την αφήνει στο πάγκο) Ε, όλη μέρα στην ταβέρνα, ξέρεις. Βασικά δεν ξέρω. (προς ΧΑΝ) I was a very delicate child. You? Noooooo. (για, σε ) Κι αυτός; Ο συ-- This is my husband. Alexander. (smiles). Husband-Alexander, little sister, Geri. ( πάει για σταυρωτό, δίνει χειραψία. τραβά το χέρι το με πόνο.) Πωπω. Καλά the Hulk είσαι; Must be the island air, eh, Geraldine? Δε με λένε Geraldine. Geri και είναι Τούρκικο. Η μάνα μου το διάλεξε. Oops! Εμένα με λένε Xan. (Then) That s cute! Tom and Geri. (χωρίς κατανόηση) Και; Ξέρεις. Tom και Jerry. Η γάτα που όλο χάνει και το ποντικός. (δείχνει) No TV. Μπαμπάς ξεφορτώθηκε the κεραία soon as I left home. Δε θέλαμε να γεμίσουμε κι άλλο μυαλό με τις ιδέες σου. (προς ΤΟΜ) Έχω ακόμα τη μικρή σου που ναι και βίντεο. (γελά) Μπα; Επέζησε;

136 Σ ε λ ί δ α 136 Το φτιαξα! Βλέπω τα αγαπημένα μου από τότε που κλεισε το σινεμά. The Outrage, The Ballad of Little Jo, The Three Amigos... (to, disturbed) Westerns? Του Μπαμπά. (προς ) Δεν έχεις Internet?? Είχαμε. Μα η αδερφούλα αποφάσισε πως ήταν «άσκοπο έξοδο». Ούτε δικό μου τηλέφωνο δεν έχω, man. (σαρκαστικά) You poor, deprived child. Leave it to your new brother-in-law! I ll teach you all the retro things from Merry Melodies to I Love Lucy and the Golden Girls. And speaking of δώρα! Tommy here, brought you (rummages through bag, offers a package wrapped in pink) αυτό! Είναι κι απ τον Xan. Όχι, όχι. Απλά βρήκα έκπτωση, αγόρασα και τύλιξα. Τίποτα. ( δέχεται το πακέτο και το ανοίγει.) A video game. Ta-da! And it s portable. Κινητό; You can take it to work (stage whisper) Μυστικό μας. (Παύση.) Τίποτα με data έχει εκεί μέσα; Geri (προς ) Βέβαια ούτε ηλεκτρικό δεν ξέρουμε αν θα χουμε Σου πα το πλήρωσα αυτό το μήνα. Something about paying this month. Να το δω και να μην το πιστέψω. I don t know that one. ( ξεφυσά, ανάβει τσιγάρο με το μυστικό της αναπτήρα.) Καπνίζεις πάλι. You smoke again!

137 Σ ε λ ί δ α 137 My only παρηγοριά. Δεν έχεις δουλειά παιδί μου; Μ άφησαν να φύγω νωρίς να δω τον αδερφό μου. Μου πε ο Μάνος πως τον είδε στο λιμάνι! Τι θες; Something about work, early and brother? ( gives a thumbs up. χτυπά το δώρο στον πάγκο.) Του κάνει κακό. (ξεφυσά) Ώχου. Υπερβολικιά. Κοφ το. ( παίρνει προκλητική τζούρα. βγάζει τασάκι απ τον πάγκο, τσακώνει το τσιγάρο απ τη και το σβήνει. Παύση. γυρνά σε, με χαρά.) Χαίρομαι που γύρισες. Σε χρειαζόμαστε. Καλέ εδώ είμαι αλλά (προς ) Θα αλλάξουνε τα πράματα. Ξέρω πως αυτό που παθε ο Μπαμπάς πρέπει να σε σόκαρε Θα χαρεί τόσο να σε δει. Μπορεί και να μιλήσει. ( καγχάζει. της ρίχνει ψυχρό βλέμμα.) Your dad s coming out? I need to freshen up first. I ve got boat-breath. Actually, I should probably talk to him, before you two meet (πάει προς δωμάτιο Μπαμπά) Είναι ώρα να δω τι κάνει, anyway. (έντονα) Κάτσε. Πάω εγώ.. ( πάει στου Μπαμπά με μια παύση στον.) Σε ευχαριστώ που γύρισες, bro. ( βγαίνει.) (προς ) Τι εννοεί; Δε μιλάει ο Μπαμπάς; Δεν μπορεί; (looking around) Are there no mirrors in this house? Καθρέφτης;

138 Σ ε λ ί δ α 138 ( τραβά την πιατέλα, πετώντας τα μήλα κάτω, και του το δίνει.) Uh ( κοιτά που δίνει βλέμμα «ασ το τώρα». προσπαθεί να φτιάξει τα μαλλιά του με τον καθρέπτη, μετά την οθόνη του tablet. Μετά:) May I use your bathroom, instead? Please? Barb? Μπάνιο, παρακαλώ; (δείχνει δεξιά σκηνής) Down the stairs, to the left. Δε δουλεύει. Μόνο του Μπαμπά. Τι; Γιατί; Who s at work? (έντονα) Μισό! OK, geez. No, I The downstairs bathroom isn t working. You can use the main in Μπαμπάς room when Geri comes out. What s wrong? I don t know. Τι έχει το μπάνιο; (τρίβει τα δάχτυλά της «χρήμα») Δεν έχουμε. No money, no water, honey. I guess they haven t called the plumber yet. Ha! Τι να σου πω, ρε Θωμά. Τι θες να του πω; Ότι έχεις αφήσει το σπίτι μας να γίνει παράγκα του Καραγκιόζη; Should I be here? No. I mean yes. I thought it was clear. Έχουμε deadline. Πρέπει να φύγουμε με το βραδινό καράβι για να μαστε πίσω εγκαίρως να πετάξουμε το πρωί για Rotterdam. Rotterdam ε? Sounds rotten.

139 Σ ε λ ί δ α 139 Maybe we could stay a little longer. I can t stay! Μας περιμένουν. Ο Theo! Όλη η παραγωγή! But I mean, you re like the creator. Να σε περιμένουνε, όχι; Είμαι ανυπότακτος. Hello? Μου δίνουνε 30 μέρες κι αύριο είναι 30 μία Κατάλαβα. Σπουδαίες δικαιολογίες. Ε, έτσι είναι τι θες να-- No, no. Αυτό κάνω εγώ εδώ. Εγώ είμαι για να δείχνω κατανόηση, να σας φροντίζω και να την ακούω από πάνω. Δική μου ζωή δεν έχω. Who s a what now? Ένα πες μου ρε Θωμά. Αν έχεις 30 μέρες στη διάθεση σου 30 ολόκληρες, γιατί περίμενες να ρθεις εδώ την τελευταία; Χτες μου πες ότι είναι άρρωστος! Και πήρες και το πλοίο. Που κάνει μισή μέρα να φτάσει αντί για πτήση μισή ώρα. Γιατί αυτό; Sorry κιόλας που δεν κατάφερα να σκεφτώ κατευθείαν και την ιδανική διαδρομή όταν μου ξεφούρνισες τι έγινε. Oh, sorry που το δεύτερό εγκεφαλικό του σου χάλασε το πρόγραμμα. Τι είναι εγκεφαλικός ; Δεύτερο; (Μπαίνει.) Κοιμάται. Θα σηκωθεί σε λίγο και μπορείς να του μιλήσεις. Θα χαρεί. Geri πρέπει να (κωλώνει) Να πάει ο Xan στο μπάνιο του Μπαμπά; Ε Ναι, ναι. Ησυχία. Δεν του αρέσει να τον ξυπνάνε. O K. Go freshen up. Didn t you wanna go? I m fine!

140 Σ ε λ ί δ α 140 Σίγουρα δε θες; ( γνέφει «ναι». διστάζει.) Don t be scared. Είναι μισόπαράλυτος. He can t use his καραμπίνα. Uh Like (mimics firing pistol) καραμπίνα; (κάνει πως πυροβολεί καραμπίνα) Ναι. (καγχάζει) No! (tease) Not anymore ( γελά φοβισμένος, βγάζει νεσεσέρ από βαλίτσα κι αποχωρεί.) (τακτοποιεί πάλι τα μήλα στην πιατέλα, κόκκινο στην κορυφή. Μετά) Geri, ξέρεις ήρθα για για να φύγω. Ήρθαμε να πούμε γεια, να δούμε τι κάνεις Και... Δε θα μείνουμε... Τώρα με την παραγωγή πρέπει να- - Α! Να σου δείξω κάτι. Είναι στο δωμάτιό μου. Στο δικό σου. ( κάνει στον να ακολουθήσει, παίρνει το δώρο και κατεβαίνει.) (βάζει τηλέφωνό του στον πάγκο) Αν χτυπήσει, φώναξε, OK; Είναι σημαντικό. (τον πιάνει απ το χέρι) Άκου με, δεν έχουμε άλλο χρόνο. Ο Μπαμπάς πρέπει να πεθάνει πριν απ αύριο. Τ- Τι; (off) Θωμά! ΘΩΜΑ! ( διστάζει, ύστερα ακολουθεί. ξεφυσά, πάει για το σταυρό αναπτήρα, τελευταία στιγμή... προτιμά το τηλέφωνο του. Καλεί, περιμένει απάντηση. Δεν έρχεται. Το κλείνει καθώς μπαίνει.) Φαίνεται φοράω concealer? (looks around, notices s absence) How long was I in there? Είναι κάτω με το μικρό. Downstairs with the little... Ah! His sister? Other sister.

141 Σ ε λ ί δ α 141 Ας πούμε ναι. ( puts his toiletry bag back in the carry on.) And how are you, dear? Πώς είσαι; ( γελά.) Did I not say that right? Μια χαρά. Πάει πολύς καιρός που χει να με ρωτήσει κάποιος τι κάνω. I m sorry to hear that. (γνέφει κι ανάβει τσιγάρο) Δε φταις εσύ. (ΧΑΝ bugs his eyes, surprised by her secret lighter.) What? (covering) You said, something about fault? Φταίω... I wanted to get you a little gift as well. Αλλά Tom δεν ήξερε τα γούστα σου these days, ή τι χρειάζεσαι/ so σκέφτηκα ίσως να βγούμε για dinner απόψε Τίποτα δε χρειάζομαι. (Παύση. καπνίζει, βήχει, διώχνει τον καπνό... ΠΑΡΑΘΥΡΟ το μεσημεριανό φως σκοτεινιάζει σε κάτι πιο πεθαμένο, καθώς σιλουέτες και μπαίνουν - μια ματιά στο Υπόγειο. Συζητήσεις & και & μπλέκουν η μία με την άλλη ενώ τα δυο ζευγάρια δεν έχουν αίσθηση του τι λέει το άλλο.) Σ αρέσει; Wow. Πεντακάθαρο.. Το λες λες και είναι κακό αυτό. Όχι, ναι. Καλό. Απλά εγώ όταν ήτανε δικό μου το δωμάτιο το χα καλυμμένο τοίχο-τοίχο με αφίσες Spice Girls που μου φερνε ο Μπαμπάς απ' την Αγγλία. Ντάξει, ίσως ήτανε για τη Βαρβάρα και τις... αποσπούσα. Μου φώναζε μετά η Βαρβάρα... Νομίζω ο Μπαμπάς χαιρότανε, αλλά για λάθος λόγους. Ο Μπαμπάς χαιρόταν που χες κορίτσια στους τοίχους σου. (Παύση.)

142 Σ ε λ ί δ α 142 Σ αρέσει εσένα κανένας ηθοποιός; Τραγουδιστής? (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - σηκώνει τους ώμους.) Στο σχολείο πώς τα πας; (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - ανοίγει δώρο καθώς ο παρατηρεί άβολα.) Would you help me practice? Θα με βοηθήσεις να Εξασκηθώ. Εξ-α. Εξ-α Ά-σκη-θω. Εξασκηθώ. ( makes a note on his tablet. He smiles at. ΠΑΡΑΘΥΡΟ - ξετυλίγει φορτιστή, το βάζει σε πρίζα. Θετικό ding.) (έκπληξη) Έλα. Το πλήρωσε. Το παιχνίδι είναι... πολύ καλό. Πολύ δημοφιλές με τους έφηβους. Λέει. Κάπου. Ονλάην. Νομίζω. OK... (Άβολη παύση. ΠΑΡΑΘΥΡΟ - ανάβει και παίζει το παιχνίδι). ΧΑΝ Για παράδειγμα. Ναι; Όταν πήγα στο μπάνιο είδα κύριο Πάππας... Who? Your Μπαμπά? Oh. You re using Tom s καλλιτεχνικό. Uh? His stage name, μωρέ. Ah! Our real last name is Παπακωνσταντίνου. But we change what we must to best get by don t we Well? Είχες μια ερώτηση; Πόσο καιρό ε πόσο καιρό

143 Σ ε λ ί δ α 143 Έχει να ζήσει; What s that? How long has he got to live? No! (mimics spitting) Φτου, φτου, φτου!! How long has he been sick! «Πόσο καιρό είναι άρρωστος.» ( makes a note on his tablet.) Πάει ένας μήνας. Αυτό είναι το πρόβλημα. I m sorry, what? What? (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - παίρνει είδηση την προσοχή του.) Τι; Τίποτα. Τι; Τι με κοιτάς έτσι; What s bothering you, Barbie? Barbie? No? ( shakes her head no ) Noted. You just seem Τι; Ρε συ, κόφ το. Δε θέλω να πω κουρασμένη. Γιαγιά μου λέει πολύ αγέν- αγέναγένενα; Rude. Μ έχουνε πει χειρότερα. (Παύση.) Τι άποψη πρέπει να χεις για μένα Είπες ήθελες κάτι να μου δείξεις. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - αφήνει το παιχνίδι, φέρνει μια αγκαλιά φιγούρες...). Πω πω! Πλάκα κάνεις. Του παππού;

144 Σ ε λ ί δ α 144 (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - γνέφει με ενθουσιασμό. σηκώνει διάφορες φιγούρες τη μία μετά την άλλη: μια όμορφη νησιώτισσα κυρά και έναν Μεσαιωνικό ιππότη, ένα τέρας τρομερό, Ινδονησιακό, με δόντια μεγάλα και μάτια άπλετα, μια θεά Ινδή, πολύχερη..). Ε μου έχει πει τι έχεις περάσει. Ναι. Είμαστε παντρεμένοι. Τι είπε ακριβώς; Το βρήκα σε ένα κουτί κάτω από το κρεβάτι. Το χες κολλήσει στις σανίδες με ταινία; Βρήκες... τίποτα άλλο; Βρήκα και τις δικές σου. (Του δίνει τις φιγούρες ΜΗΤΕΡΑ, ΠΑΤΕΡΑ και ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ. Ο ΤΟΜ μαγεύεται και καθώς GERI ψάχνει κάτι ακόμα, εκείνος τις σηκώνει μια-μια ψηλά. Του δίνει το ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ και ενθουσιασμένος παίζει, πάλι παιδί.) Ήσουν τρία χρονών όταν φύγατε με γονείς για Αμερική; Δυόμιση. Τέσσερα όταν γυρίσαμε. Α να! (του δίνει φωτογραφία) Κι αυτήν εδώ (Αν οι φιγούρες τον μάγεψαν η φωτογραφία τον ταράζει.) (emotional, takes s free hand) To be torn from your home, from who you are before you even have the chance to really know it and then/ for your mother to Δεν ήθελες να εξασκηθείς; (ΧΑN freezes up.) I thought you said ήθελες να εξασκηθείς. Στα Ελληνικά σου. ΧΑΝ Α Ε Θέλω να σου πω είμαι πολύ impressed με σένα. Πρέπει να ήτανε δύσκολο που έμεινες με τον Μπαμπά σου όταν Tom έφυγε. Και βοήθη βόηθό- βοήθησες; Μεγαλώσει αδέρφι σου. Νομίζω χρειάζεται μια πολύ how do you say again? Δυνατός-- Δυνατή. Ναι, δυνατή γυναίκα κάνει αυτό.

145 Σ ε λ ί δ α 145 (τραβά το χέρι της, φυσά καπνό στη μούρη του) Τι γλυκός. (coughs) Μόνη και με την οικογένεια πλάτη σου. Θωμά; Ποιος είναι αυτός; (αλλού) Ε; Ποιος είναι λέω. Ε... Είναι βασικά... ο άλλος σου αδερφός. Ο ποιός; (δείχνει πίσω από ) Α! Αυτός είμαι εγώ! Ε; (περνάει από άλλη μεριά ) Κοίτα μπούλη! (Σηκώνει τη φιγούρα του ΜΩΡΟΥ, μ αυτή την κίνηση ρίχνει κάτι κάτω). Ωχ, σορρυ ( πέφτει κάτω, μαζεύει ) Τι είναι αυτά; ( σηκώνεται με μάτσο χαρτιά) Τίποτα. Τίποτα. Έλα ρε. Try me. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - διστακτικά τα δίνει. τα μελετά προσεκτικά...) ΧΑΝ I mean forgive me for eavesdropping but--. Επ! Εξάσκηση είπαμε. Ε, ναι. Λέω συγγνώμη που... ε; Παρά άκουσα; Αλλά. Για αυτό χαίρομαι που μπορούμε να βοηθάμε εσύ τώρα και πάρουμε αδερφή σου. (Παύση) Αυτό άκουσες; Μόνο; (innocent smile) Αυτό κατάλαβα! Μιλάτε δυνατά, ναι; Ίσως καλό πάρουμε Geri για να εξασκηθώ για το μέλλον, ε... στο Rotterdam. (crosses his fingers) Ελπίζω. (off s blank look) You know. Το μωρό! Αν δε σ αρέσουνε πες το έτσι; Δε

146 Σ ε λ ί δ α 146 Σου πε η Βαρβάρα πως δεν είναι καλά; Τι; Όχι. Γιατί το λες α-- Geri μου είναι πολύ καλά. Έχεις ταλέντο! Και πολύ υλικό... (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - συνεχίζει). Το μωρό. Ελπίζω μην θα φέρνω κακός memόrias? Tom ίσως ήθελε έκ- έκ- έκ-/ έκπληξη You re talking about my abortion. I No. Whaaaaa--? Έκτρωση το λένε στα Ελληνικά. Για την έκτρωσή μου λες που το βαλε στο καρτούν του. (in panic, babbles) No! I didn t even Δεν είχε πει Εσύ;; That was you? I I thought cause you guys had talked about surrogacy maybe It s not even for sure. We did the application και εντάξει could take I don t δεν ξέρω how long και πολλά λεφτά (notices is deep in thought). Tom δεν σου είπε...; (Σιωπή.) Oh. Τι; Ε... (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - αρπάζει τα χαρτιά). Όχι ρε πούστη μου! Ε!!! (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - γυρνά πλάτη σε, σε αναστάτωση). (can t handle silence) I grew up without too much family. Just my Abuelita and me. Γιαγιά μου; Με μεγάλωσε. Νομίζω θα πηγαίνετε καλά; Και αυτή δεν της άρεσει μιλάει Τι; Τι ήταν αυτό τώρα; Λάθος. Τίποτα. Δεν ήθελα να τα δεις αυτά τα σκίτσα και

147 Σ ε λ ί δ α 147 ΤΟΜ ΤΟΜ ΤΟΜ ΤΟΜ ΤΟΜ Και θα μου μιλήσεις έτσι; (γυρνά) Έλα ρε Θωμάαα Σόρρυ λέμε. Μαλακία μου. Μην το χρησιμοποιούμε απερίσκεπτα. Αυτό. Ναι! ΟΚ, διδάκτωρ. Πες μου. Γιατί θύμωσες; Ποιος είναι; Κανένας! Είναι κάποιος που σ' αρέσει; Ugh. Σκάσε! Ιιιιι! Είναι ο Μάνος, ρε; Ο εγγονός της τρελέγγως της Μαργαρίτας; Ξερνάω! Σταμάτα! I m not just saying that. Αλήθεια. Αγαπάω γιαγιά μου πάρα πολύ και νομίζω εσείς μπορείτε φίλες. Γυναίκες δυνατές, ήσυχες. Ακούνε όλα και δε λένε. (καγχάζει και σβήνει τσιγάρο) Νομίζεις. Δεν πειράζει αν... είναι αυτό ε; Κάποτε κι εγώ, κάποιον ε... έτσι το ζωγράφιζα τέλος πάντων. Βασικά μια φορά φαντάσου και μένα μ είχε ψιλοπιάσει ο Π-- κάποιος με με-- κάποια.. αντίστοιχα σχέδια ε, κι αυτό είχε οδηγήσει στο πρώτο μου (συνέρχεται) Πω-πω. Σα να μουν στο δωμάτιο μου μια στιγμή. Δικό σου είναι. Όχι, όχι. Είναι δικό σου και πρέπει να νιώθεις βολικά. Όχι όπως εγώ όταν ήμουνα εδώ. Συγγνώμη που είδα τη δουλειά σου ενώ δεν ήθελες. (πάει να πει κάτι, μα τελικά μόνο:) ΟΚ. Και να ξέρεις, ό,τι νιώθεις είναι εντελώς φυσιολογικό. Ew. Σταμάτα. της ανατομίας; μου! ΤΟΜ Απλά, κάπως... ίσως με ανησυχεί η... ακρίβεια (φεύγει τρέχοντας) Παναγία μου και Χριστέ (ακολουθεί) Geri, περίμενε! Μη ντρέπεσαι, ρε.

148 Σ ε λ ί δ α 148 (off) Για σένα ντρέπομαι! (trying to soften her up) Σου αρέσουν χαρτιά και καφές; ( βγαίνει απ την έντονη σκέψη - σηκώνει φρύδι επιφυλακτικά.) Γιαγιά μου καπνίζει cigar-- Πουρό; Πούρο και παίζει με φίλες και καφέδες. ΟΚ. Όχι καφέδες. Whiskey! ( γελά, γλυκαίνει και θεατρικά ανάβει καινούριο τσιγάρο.) Άντε. Tell your γιαγιά I ll have red wine, darling. (Το φως στο παράθυρο επιστρέφει σε μεσημεριανή ένταση καθώς βήματα πλησιάζουν. Μπαίνει, ακολουθεί. πετάγεται πάνω.) Bae! Πώς τα πάτε; Φανταστικά! Τέλεια! (sotto) Can I talk to you? Πόσες φορές σου χω πει να μην το κάνεις αυτό στο σπίτι. Ευτυχώς για μένα εγώ είμαι ο ενήλικας κι εσύ το παιδί. ( παίρνει τζούρα.) (προς ) Πες της κάτι. It s kind of important. ( ξεφυσά ένα προκλητικό δαχτυλίδι.) ΧΑΝ ΤΟΜ Θωμά! RELAX!! Όλοι! Λοιπόν (κολλάει) Ε Maybe we could all wash up for dinner and-- Ναι. Geri, πήγαινε πλύσου να κάτσουμε να φάμε και μετά, χαλαρά-- Τι να φάμε; Δεν έχει εδώ. Φυσικά! Δεν είμαι καμαριέρα σου, μικρό. Ούτε μαγείρισσά σου. Είναι που θέλουνε ταλέντο και τα δυο κι εσύ είσαι άχρηστη-

149 Σ ε λ ί δ α 149 Geri! Τι;! Άει πλύσου. Γιατί; Δεν έχει φαΐ λέμε! Σουτ! Απλά. Πήγαινε. Πήγαινε πλύσου. Παρακαλώ. Για μένα. Έλα. (γυρνά να φύγει) Whatever. (δηλητήριο) Άχρηστη. Βλαμμένο! (προς ) Δεν ψήθηκε να φύγει μαζί σας, ε; Καμία σχέση. Μα τι λες πια; ΧΑΝ Did she grill something? (σκέφτεται. Mετά) Take Geri to dinner. Go out. Αν δεν είναι να φύγετε απ το νησί οι τρεις παρέα τουλάχιστον βγείτε απ το σπίτι. Πάρτε την. That might be nice! Eh, bae? (κουνά κεφάλι αρνητικά) We don t have time to eat out. ΤΟΜ Why not? Δεν προλαβαίνουμε. Ε; Γιατί όχι; Γιατί! Γιατί είναι όλοι αργόσχολοι εδώ στο Τέρας και τεμπέληδες κι αν κάτσουμε για ένα πιάτο πατάτες θα μας πιέσουνε να πάρουμε ολόκληρο συμπόσιο, να το κατεβάσουμε και να μας δώσουν και γλυκό από πάνω και σφηνάκια ύστερα και δε θα φύγουμε ούτε το ξημέρωμα. Aw. That sounds nice. Δεν είναι nice!!! Uh, OK. Simmer down, Susan. Μη μου μιλάς έτσι, γαμώτο!!

150 Σ ε λ ί δ α 150 There s nothing wrong with being a woman, Tom! Το ξέρω--! (συγκρατείται. Προσεκτικά σε ΧΑΝ) Just. Πρόσεχε τι λες σ αυτό το σπίτι. (νεύμα προς δωμάτιο Μπαμπά) Δε θέλω να ξυπνήσει ο Μπαμπάς και ν ακούσει... πουστριλίκια. Wow. Gonna have to unpack that one later. (mimics putting a pin in it) Listen, Μίλαγα με Barbarella Barbarella? Σου αρέσει; (σκέφτεται ) Δε με χαλάει. (σηκώνεται) Πάω να τσεκάρω το Μπαμπά. (sing-song) Μην κάνεις καμιά τρέλα. ( βγάζει ιατρικό γάντι από τον πάγκο και το φορά, ηχηρά.) (βγαίνει, sing-song) Βόηθα με τότε. Περίμενε Βαρ! (γρυλίζει) FUCK. (Σε σύγχυση ψάχνει πίσω απ' τον πάγκο.) (βαράει συρτάρι) Πού στο διάολο βάλανε τα μαχαίρια, γαμώτο; (βρίσκει μαχαίρι για φρούτα) Α, μπράβο. ( takes a deep breath. παίρνει το απομένων κόκκινο μήλο.) ΧΑΝ You seem (checks his notebook) αναστατωμένος. Ω μπα. (ξεκινά να ξεφλουδίζει) Το ζάχαρο μου πεσε... I told you to have a κουλούρι. ( τελειώνει το ξεφλούδισμα. starts to stroke s back.) Ωχ... Τι έγινε; Τι έγινε; Πάντα μου τρίβεις έτσι την πλάτη αν έχεις να μου πεις άσχημα νέα. So... two things: Ένα. Είπα στη Βαρβάρα για το μωρό. Xaaaaaaan... Όχι Xaaaaan. Tooooom. Και γιατί δεν της είπες για μωρό, Toooom?

151 Σ ε λ ί δ α 151 Ρε συυυυυ. Πώς το πήρε; She... took it. (αναστενάζει, παίρνει μπουκιά) OK. Και το άλλο το κακό; Did you know your father s on an oxygen tank? (πνίγεται) Τι; ( χτυπά την πλάτη μέχρι να σταματήσει να βήχει.) ΤΟΜ ΧΑΝ ΧΑΝ ΧΑΝ ΤΟΜ ΧΑΝ Τι εννοείς; Φοράει οξυγόνο; Μάσκα; Ο πατέρας μου; Μήπως να μείνουμε απόψε; Δεν μπορούμε να κάτσουμε! I think Barbara -Βαρβάρα- needs us. Να μείνουμε. Δεν μπορούμε να μείνουμε. Πάμε για φαγητό με Geri τότε! Ωραία ιδέα. Κάνε μια χάρη αδερφή σου! You don t understand. We can t! Δεν μπορούμε να φύγουμε απ' το σπίτι πώς να σου το πω; Μα δεν πρέπει να φύγουμε νησί πριν το μεσάνυχτα; Αυτό σου λέω, αγάπη μου. Δεν είναι να λωλαθείς; Who s Lolathis?? Is he hot? ( μπαίνει, πίσω από, σκουπίζει πρόσωπό με πετσέτα -μαλλί βρεγμένο, πίσω, φρέσκο αγορίστικο λουκ. Φορά το πουκάμισο του Πέτεκ από Πράξη 1 Σκηνή 2.) ΧΑΝ Geraldine! ( ξινίζει.) Δεν παίζει αυτό, είπαμε. (γυρνά σε, έκπληκτος) Είναι Αυτό είναι του... Σ αρέσει; Αγαπημένο μου. ( άφωνος. elbows him.) Σου πάει.

152 Σ ε λ ί δ α 152 ΤΟΜ Πω πω! Πολύ μοιάζετε! (προς ) Σ αρέσει; Ναι. Ναι! Φυσικά. Απλά μου ναι... κάπως γνώριμο. Δικό σου δεν είναι; Το βρήκα στη ντουλάπα του Μπαμπά. Στη ντουλάπα του Μπαμπά; Ναι. Τι; ( άναυδος κοιτά.) Ωχ! Πρέπει να πάω μπάνιο πάλι. ( exits, giving a thumbs up from behind.) Ψύχωση με την καθαριότητα έχει ή συχνοουρία; ( ψιλογελά. χαμογελά προς.) Κόκκινο; Κι εμένα αυτά μ αρέσουνε. Τα πράσινα είναι πολύ ξινά. ( αφήνει το μήλο του και σκουπίζει τα χέρια του. Σιωπή ) ΤΟΜ ΤΟΜ ΤΟΜ Η Βαρβάρα έλεγε μήπως πάμε να φάμε... Δε θέλω να πάω πάλι πίσω στην ταβέρνα-- Όχι, όχι δεν πάμε πουθενά. Αλλά-- (χαίρεται) Θα μείνεις;; (κωλώνει) Πετάγεσαι στο μπακάλικο της κυρά Μαργαρίτας; Πάρε μακαρόνια, ντοματοπολτό και ένα μπουκάλι απ το κόκκινο του Τάσου. Έχουμε να γιορτάσουμε. Τι; Έχουμε. (δίνει λεφτά) Πάρε. Μακαρόνια, πολτό. Κρασί. Του Τάσου; Ρώτα τον ποιο του αρέσει. Θα σου πει. Της κυρά Μαργαρίτας το γιο λες; Ναι, καλέ.

153 Σ ε λ ί δ α 153 Μα... δεν πέθανε πριν καν γεννηθώ; (ΤΟΜ παγώνει). ΤΟΜ Ναι. Σωστά Πώς τον λέγανε; Το πρόβατο. Ή γαϊδούρι; Δεν είχε κάποιο παρατσούκλι; Αυτός που έπεσε από την εκκλησία το Δεκαπενταύγουστο. (Παύση.) Το κατσίκι. (επανέρχεται) Το μπακάλικο λειτουργεί ακόμα; Το τρέχουνε οι κόρες της. Βοηθάει κι ο Μάνος. Άχρηστος είναι. Εγγονό-κατάρα τον λέει, η Μαρτζ. Πάμε; Εγώ... Πρέπει να κάτσω. (Παύση.) Ρίγανη έχετε; Και ρίγανη πάρε κι αν έχει ρέστα πάρε κι εσύ ό,τι θες εσύ. ΟΚ. Πάω σόλο, whatever. Τα κλειδιά σου; Παρδόν; Εντάξει μικρό το νησί αλλά αν το πάω με τα πόδια, μακαρόνια θα φάμε αύριο το πρωί. Δώσε μου να πάρω το rental. Ναι οκ δεκαεπτάχρονε επαναστάτη. Έβγαλες μαγικά δίπλωμα; Δυο χρόνια οδηγώ το φορτηγάκι του Μπαμπά. Α ναι; Και δεν παίρνεις αυτό; Το χτύπησα. Χτύπησες; Κράσαρα. Τι λες; Έφυγα απ το δρόμο, ρε παιδί μου. Τι έγινε;! Ε. Γύρναγα απ' την ταβέρνα, είχα κάνει μερικές βάρδιες σερί πήρα λάθος τη στροφή, πέρασα το σπίτι κι ανέβαινα προς το εκκλησάκι.

154 Σ ε λ ί δ α 154 Ήταν ένα κουκουβαγιάκι στο δρόμο, χαμένο στα φώτα μου και... (κάνει παντομίμα ξαφνική στροφή, πτώση και ) ΜΠΛΟΥΜ! ΤΟΜ Θεός φυλάξει. Πότε; Κάνα μήνα; Είσαι καλά; Σιγά. Ξέρω να κολυμπάω. Έπεσες απ' το λόφο, παιδί μου; Κι εσείς από την ίδια εκκλησία πηδάγατε! Όχι μ αμάξι!!! Η γιατρός είπε είμαι εντάξει. Έχω φύλακα άγγελο. (κάθεται, σε σοκ) Πώς δεν το ήξερα αυτό; So... (προτείνει χέρι) Κλειδιά; Ή θα ρθεις; ( μπαίνει, τινάζει τα χέρια του.) So sorry to bug you guys but... πετσέτα; ( του την πετά, στη μούρη.) Αγάπη; Πας με τη Geri τ αυτοκίνητο μέχρι το λιμάνι; (drying hands) Uh, sure? ( ξεφυσά, παίρνει το μήλο από, δαγκώνει καθώς βγαίνει.) (folds towel onto counter) So, we re staying for dinner? Stay there λίγη ώρα να μιλήσω στη Βαρβάρα. ΟΚ? It s important. I m glad we re staying. I like your family. ( gives a kiss and exits. Παύση ενώ κοιτάει έξω απ' το παράθυρο. Μετά ένα αυτοκίνητο ξεκινά και απομακρύνεται. Μπαίνει, πετάει γάντι πίσω από τον πάγκο της κουζίνας.) Σαν τη δική μας τη θέα τίποτα, ε; Τίποτα. Οι άλλοι;

155 Σ ε λ ί δ α 155 Τους έστειλα στης κυρά Μαργαρίτας. (σταυρώνεται) Καημένε Τάσο. Αιωνία η μνήμη του. (Σιωπή) Περιμένετε παιδί. Σου το 'πε ο άντρας μου. Φτου σας. Δε στο πα νωρίτερα να μη νομίζεις ότι περίμενα... Μετά από τι έγινε Stop that! Σταμάτα! Αυτό το «με τρώνε οι Ερινύες» ήταν παλιό πριν δέκα χρόνια που έπαψες καν να μας επισκέπτεσαι. Έχεις εμμονή πως με κατέστρεψε εκείνο το καλοκαίρι. Δεν μπορώ να ξέρω πως σε έκανε να νιώσεις αυτό που συνέβη, ούτε να Έκτρωση είπαμε. Πες το και τελείωνε. Τι να σου πω, ρε Βαρβάρα; Απλά δε σε καταλαβαίνω! Εσύ ήθελες να φύγεις από δω περισσότερο από οποιονδήποτε. Με έβαζες να σου μιλάω Αγγλικά μια ζωή για να μαστε έτοιμοι. Και ξαφνικά; Παρατάς τον Πέτεκ, κάνεις την έκτρωσή σου -χαίρεσαι; το λέω- αλλά μένεις εδώ να φροντίζεις το μπάσταρδο του Μπαμπά; Μη μιλάς έτσι. (Παύση.) Γιατί φοράει ο Μπαμπάς οξυγόνο; (ψυχρή) Ξέρω γω, ρε Θωμά; Εσύ τι λες; Γιατί θέλει να μείνω; Για να με εκδικηθεί που έφυγα; Το στήσατε παρέα; ( κακαρίζει απ τα γέλια, γίνονται ασθματικός βήχας. Στο τέλος ανάβει τσιγάρο.) Τι γελάς; (κοροϊδευτικά) «Γιατί φοράει οξυγόνο; Για να με κρατήσει; Να με εκδικηθεί;» Γελοίε. Τότε, τι;

156 Σ ε λ ί δ α 156 Πεθαίνει, ηλίθιε! (Παύση.) Μα αργεί. Τι; (ξεφυσά) Ένα μήνα έχει παράλυτος. Όλη η αριστερή του πλευρά, από το πρώτο εγκεφαλικό. Η γιατρός είπε είναι θέμα πότε θέλει να φύγει. Ο ίδιος Χθες έπαθε το δεύτερο και ήλπισα Ήλπισα πως είχαμε τελειώσει Να μιλήσει δεν μπορεί πια, αλλά επιμένει να ζει Κι όσο επιμένει τόσο χρεωνόμαστε λεφτά που δεν έχουμε. ( κάθεται. της προσφέρει το χέρι του. του δίνει το τσιγάρο της και ανάβει καινούριο για τον εαυτό της, παίρνει μπόλικες τζούρες. ΤΟΜ σβήνει το δικό του.) Στην Ολλανδία η ευθανασία είναι νόμιμη. (γελά) Τι; Θέλεις να τον πάρω μαζί μου; Να τον τελειώσουνε οι Ολλανδοί; (laissez-faire) Well Δεν κάνουνε απέλαση. Για εγκλήματα σε άλλες χώρες που δε θεωρούνται εγκλήματα εκεί Δε θα σε στέλναν πίσω. Τρελάθηκες; Όχι για μένα. Για το σπίτι μας. Αν συνεχίσει να κρατιέται θα το φάει όλο η αρρώστια του. Άμα πεθάνει απόψε θα τον κληρονομήσουμε Έχεις ξεφύγει! --θα ξεπληρώσουμε τα χρέη του και θα μείνει και για τους τρεις μας-- Θες να σκοτώσω τον πατέρα μας;;! Ουφ! Drama queen! Να φύγετε θέλω. Geri εσύ και ο σύζυγός σου. Για να μαι ελεύθερη να κάνω εγώ αυτό που χρειάζεται. Πριν να ναι αργά. (τσιρίζει) Είσαι τρελή! (γαυγίζει) Εγωιστή. (Ξεφυσούν σα ζώα τακτοποιεί τα κεριά της Αγίας Βαρβάρας κατά ύψος. κάνει κύκλους προς Κουτσομπόλα. Με πλάτη:) Γιατί δε μου πες όταν πρωτοαρρώστησε;

157 Σ ε λ ί δ α 157 ΤΟΜ Το χα υπό έλεγχο. Γιατί δεν τον πήγες στην Αθήνα; Πού να τον πάω; Ξέρεις πόσο κάνει ένα ελικόπτερο; Οι φήμες λένε πως διδάσκεις όλο το νησί Αγγλικά. Μέχρι κι η κυρά Μαργαρίτα μη σου πω το χελό-γκουτμπάη το χει κάνει καραμέλα. Και λες έχει όλο το νησί να πληρώσει τη δασκάλα Αγγλικών... Φρούτα με πληρώνουνε ρε και χάρες. Μόλις έφαγες δουλειά μιας ώρας. Γιατί δε μου ζήτησες βοήθεια νωρίτερα; Δυο δεκαετίες περιμέναμε να βγάλεις κάνα χρήμα απ τα καρτούν σου Graphic novel! Δεν είναι λες και μου πες εσύ τα καλά σου τα νέα. Ούτε για τις τηλεοράσεις, ούτε για το γάμο. Και το μωρό! Πού το βάζεις το μωρό; (γυρνά προς εκείνην) Θα σε βοηθούσα τώρα μα βάλαμε όλες μας τις αποταμιεύσεις στη μετακόμιση και την τεκνοθεσία. Μα Μα τώρα που με κάνουνε σειρά θα έρθουν λεφτά Θα Θα παίξει στο NPO 3 και το Omrop Fryslân! (σταματά να περιφέρεται, προς ΤΟΜ) Ακούς τι λες; You re such a child! Ζωγραφίζεις τα cartoon σου και νομίζεις ότι έτσι απλοποιημένα και δισδιάστατα είναι τα πράματα. Γιατί εγώ πάντα σου βγάζω το φίδι από την τρύπα! Μια μικρή βοήθεια σου ζήτησα Μικρή;! Κι ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις; After everything I ve done for you! (Δόνηση από τηλέφωνο. Πάει να το πιάσει μα πιάνει τον καρπό του και τον σταματά. As the buzzing continues ) Έμεινα σ αυτό το βράχο για να μπορέσεις να φύγεις! Το ξερα! Το ξερα! Το ξερα ότι μου το κρατούσες! Φύγατε κι οι δυο -εσύ και ο Πέτρος- και εγώ έμεινα. Έμεινα να φροντίζω το Geri, όταν πέθανε η μητέρα του, παρόλο που με μισούσε από μωρό και ακόμα και για πάντα το καθίκι. Έμεινα εδώ και έδινα στον πατέρα σου τα υπόθετά του. Μην το λες έτσι.

158 Σ ε λ ί δ α 158 ΤΟΜ Πώς θες να το πω; Μην το λες, λες και είναι επειδή έφυγα Όχι πες μου-- Που αρρώστησε ο Μπαμπάς. Λες-- Πώς θες να το πω; Κι εσύ θα μπορούσες να χες φύγει. Μπορούσες να φύγεις για Αγγλία. Όπως σκοπεύαμε. Να μεγαλώσει ο Μπαμπάς το μπάσταρδό του μόνος. Ε, μα κόλλημα μ αυτή τη λέξη!! (τραβάει το χέρι του) Εσύ διάλεξες να μείνεις. Κι εσύ να μη γυρίσεις! Δεκαεπτά χρόνια λείπεις. Δέκα έχει να σε δει η αδερφή σου Το καταλαβαίνεις αυτό; Επτά λέει θες για μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Αν είχες αλλάξει το status σου θα χες έξι μήνες στη διάθεσή σου να περνάς εδώ. Με μας. Εκατών ογδόντα μέρες το χρόνο. Όχι τριάντα. Όχι την τελευταία μέρα σου να μας χαρίζεις, λες και-- ( ανοίγει το στόμα του μα η μπουλντόζα. Buzz σταματά.) Έμεινα και άλλαζα τις πάνες του μικρού. Κι ύστερα, σα να κλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή, να ξεκουραστώ, and in a blink, δεκαεπτά χρόνια της ζωής μου πέρασαν και τώρα αλλάζω τις δικές του. Βάζω τα γάντια μου τα ειδικά και παίρνω ένα χάπι way too big για το πού πρέπει να πάει, τον βάζω να σκύψει και σπρώχνω και μετά κάθομαι και περνάω το υπόλοιπό μου βράδι κλαίγοντας γι αυτόνα και για μένα. Γιατί ακόμα κι όταν βγάζω τα γάντια μου και πλένομαι, ακόμα κι όταν μπω στη θάλασσα, ακόμα μυρίζω τα σκατά του κάτω από τα νύχια μου. Δε φεύγει αυτό. Εσύ έφυγες. (Παύση.) Οπότε πώς θέλεις να το πω; ( s phone begins to buzz once more.) (το πιάνει) Άγνωστο. (προς ) Θα ναι δουλειά. ( πάει να πει κάτι. ΤΟΜ καλύπτει το τηλέφωνο.) Μην ξανακούσω λέξη. Μου χρωστάς. ( απομακρύνεται από.)

159 Σ ε λ ί δ α 159 (στο τηλέφωνο) Hi, Theo I-- Who is this? No. Who are you? Εσύ με πήρες ρε. Είμαι ο Tom Pappas, μαλάκα, who are you? And who the fuck is Δόκτωρ Πέτρος Baruti, ρε--; (το στόμα του στεγνώνει) Πέτεκ; (καλύπτει το τηλέφωνο, τρομαγμένος) Πήρες τον Πέτεκ; Κι οι δυο χρωστάτε. (αρπάζει το τηλέφωνο) Έλα Πέτρο. Χρόνια και ζαμάνια. (καλύπτει τηλέφωνο, προς ) Πες ό,τι θες, εγώ ξέρω τι χρειάζεται να γίνει. Θα βοηθήσεις; Έχει καλώς. Αλλιώς για άλλη μια φορά θα κάνω εγώ το μεγάλο και το δύσκολο μονάχη μου γιατί κωλώνετε τα αγοράκια. Όπως πάντα. (στο τηλέφωνο) Παίρνεις τον αδερφό μου κι όχι έμενα, ε; Άκου να δεις τι θα μου κάνεις ( βγαίνει από την Κουτσομπόλα, αφήνοντας ΤΟΜ σύξυλο ) BLACKOUT ΤΕΛΟΣ 1 ης ΠΡΑΞΗΣ

160 Σ ε λ ί δ α 160 ΠΡΑΞΗ II ΣΚΗΝΗ ΞΩΚΛΗΣΙ Δειλινά φώτα. ΠΕΤΕΚ, καθισμένος στον πάγκο με το ξεθωριασμένο μπλε του πουκάμισο- στρίβει joint. Στο παράθυρο πέφτει η θέα απ το ξωκλήσι βράδι, με πανσέληνο. Ακούμε κύμα. ΠΕΤΕΚ τελειώνει, κοιτά τη δουλειά του. BARB σκαρφαλώνει πίσω του, με λευκό καλοκαιρινό φόρεμα. Σταματά όταν τον βλέπει, πάει να φύγει μα-- ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ (χωρίς να γυρίσει) Καλησπέρα. Πώς με κατάλαβες; (γυρνά, με χαμόγελο) Μυρίζεις όμορφα. (Παύση.) BARB ΠΕΤΕΚ Και με πήρες μυρωδιά παρόλη τη μπόχα από το χόρτο σου; Είναι που σε ξέρω. (Παύση.) Θα κάτσεις; BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB (παίζει με το φόρεμά της) Δε νομίζω/ Εσύ είπες να μιλήσουμε/ Το φόρεμα μου/ Τι πειράζει; Είναι από Αγγλία. Σήκω εσύ. (Αντί να σηκωθεί, ΠΕΤΕΚ βγάζει το πουκάμισό του και το εναποθέτει στο πάτωμα δίπλα του. Το ακουμπά, σαν πρόσκληση. BARB κάθεται.) Δε θα το καπνίσεις; (ΠΕΤΕΚ γνέφει «όχι».) Δε θα μιλήσεις; ΠΕΤΕΚ Εσύ είπες να μιλήσουμε. (Παύση.)

161 Σ ε λ ί δ α 161 BARB ΠΕΤΕΚ Έχεις τσιγάρο; Κανονικό; (BARB γνέφει ναι. ΠΕΤΕΚ στρίβει ένα γρήγορο τσιγάρο καθώς τον κοιτά. Της το προσφέρει, μαζί με αναπτήρα. BARB παίρνει το τσιγάρο, αφήνει τον αναπτήρα. ΠΕΤΕΚ καταλαβαίνει και την ανάβει.) ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ Λοιπόν; Τι λοιπόν; Ρώτα με ό,τι θες. (BARB καπνίζει, βήχει βήχα απειρίας. Μετά:) BARB Τι τρέχει με τον Τομ; ΠΕΤΕΚ Ε; BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB Με το Θωμά, τι τρέχει λέω. Τι τρέχει; Μη μου το παίζεις τώρα βλάκας--. Δεν παίζω. Δεν ξέρω τι λες. (θυμωμένη) Ναι, καλά. Εντάξει. Τα λέμε. (BARB σηκώνεται να φύγει.) ΠΕΤΕΚ Κάτσε, ρε Ρούλα. (BARB σταματά μα δεν κάθεται.) BARB ΠΕΤΕΚ BARB Τ άλλο βράδυ στην παραλία με τη φωτιά Ήσασταν μαζί. Ναι. Ναι. (Παύση.) Έγινε κάτι; (BARB πετά στάχτη.) ΠΕΤΕΚ BARB Τι να γίνει; Ήσασταν πολύ κοντά.

162 Σ ε λ ί δ α 162 ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB Ε, και; Και του χάιδευες το χέρι. (καγχάζει) Τι λες μωρέ; Αυτό που άκουσες. (την πειράζει) Πόσο είχες πιει; I wasn t drunk! (Παύση). Ξέρω τι είδα. ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ Καλά. Ξέρω τι είδα. (παιχνιδιάρης) Είχε φαγούρα. Τον έξυνα. Είσαι γελοίος. (θυμώνει) Ε μα, τι θες να σου πω, μ αυτά που λες; Κοιμότανε, τον πείραζα. End of story. BARB Τον πείραζες, ε; ΠΕΤΕΚ BARB Ε, ναι. ΟΚ. (BARB καπνίζει.) OK. (BARB σταυρώνει τα χέρια της.) Είσαι σίγουρος. ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB Ξέρω γω; Αν δεν ξέρεις εσύ, ποιος ξέρει;! Δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σου. Χθες. Χθες είχε μελτέμι και τουρτούριζα και μου πες πήγαινε σπίτι. Πλάκα έκανα! Κι αυτός λέει έχει ψύχρα και του δωσες το πουκάμισό σου.

163 Σ ε λ ί δ α 163 ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ Και τώρα κάθεσαι εσύ πάνω. Και τι; Μου σπας τα νεύρα. Δεν είναι σκοπός μου. Γιατί μου φέρεσαι έτσι; Τα χαλάσαμε, ρε Ρουλάκι. Και τι που τα χαλάσαμε; Μένω μακριά. Και για τους δύο. Για τους δυο μας; Και για τους δυο μας (BARB κάθεται. Τελειώνει το τσιγάρο της και το πετάει, κάθεται πιο κοντά του και βάζει το να χέρι της γύρω απ το λαιμό του.) BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ Σ αγαπώ. (βλέμμα μπροστά) Αλλά φεύγεις και εγώ δεν μπορώ. Φυσικά μπορείς! Τι μας κρατάει; Όλοι θα φεύγαμε; Tom για California prep Paradise, εγώ Vocal Studies στο Royal Academy. Ή αρχιτεκτονική St. Martin s, όπου μπω. Μακριά από δω κι έρχεσαι μαζί, you work and save. We can have a life. Που να μην περιορίζεται από τις όχθες αυτού του μέρους και των μικροσκοπικών μυαλών των ανθρώπου του. Δε θες να πας ιατρική; ΟΚ, ίσως όχι κατευθείαν αλλά θα αποταμιεύσουμε Δεν καταλαβαίνεις, ρε συ. Με χρειάζεται η μάνα μου. Η Άννα μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της. Δεν έχουμε σπίτι στο λόφο εμείς ούτε όνομα στο νησί. (Παύση.) BARB Τι έχει η μαμά σου; (ΠΕΤΕΚ κουνάει το κεφάλι του αρνητικά, δε μιλά.) (απελπισμένα) Μας μένουν μερικές μέρες τότε; (ΠΕΤΕΚ γυρνά προς αυτή.) Γιατί να μην τις εκμεταλλευτούμε;

164 Σ ε λ ί δ α 164 (BARB του κάνει μασάζ στο λαιμό.) Δε σ αρέσει να σαι μαζί μου; (ΠΕΤΕΚ κλείνει τα μάτια του και γνέφει «ναι».) Εμένα μ αρέσει να μαι μαζί σου, Πέτρο μου. (ΠΕΤΕΚ κάνει ήχο ευχαρίστησης.) Δεν το οφείλουμε στους εαυτούς μας να το εκμεταλλευτούμε; (ΠΕΤΕΚ ανοίγει τα μάτια του, απομακρύνεται από το άγγιγμά της.) (ενοχλημένη) Θα ρθεις τουλάχιστον να μ ακούσεις να τραγουδάω; ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ BARB Δεν μπορώ. Γιατί; Δεν μπορώ. Γιατί; (ΠΕΤΕΚ σηκώνεται.) Λόγω του Θωμά; ΠΕΤΕΚ (εξαντλημένος) Ωχούυυυυυ (ΠΕΤΕΚ βαδίζει μακριά της. BARB σηκώνεται τον πιάνει απ το μπράτσο.) BARB ΠΕΤΕΚ BARB Μη μου λες ώχου. Την αλήθεια πες μου. (προσπαθεί να ξεφύγει ) Ξεκόλλα. (γαντζωμένη πάνω του) Πες μου. (ΠΕΤΕΚ τραβιέται πιο έντονα, ξεφεύγει. BARB πιάνει τον άλλο του βραχίονα, εκείνος τον αποσπά, πιο βίαια. BARB πάει να τον χτυπήσει αλλά ΠΕΤΕΚ πιάνει το χέρι της. BARB πάει για το άλλο μα της το χτυπά μακριά.) BARB Άου! (BARB γυρνά πλάτη, κρατά το χτυπημένο χέρι της.) ΠΕΤΕΚ (ανήσυχος) Είσαι εντάξει; (BARB του ρίχνει μια γερή ξανάστροφη. Παγώνουν.)

165 Σ ε λ ί δ α 165 Σιωπή. Μόνο τα κύματα..) BARB Είναι δεκαπέντε. Ασ τον ήσυχο. (ΠΕΤΕΚ κάνει βήμα μπροστά, BARB πίσω, προς την άκρη του λόφου.) ΠΕΤΕΚ BARB ΠΕΤΕΚ Έχεις θελήσει ποτέ να πεθάνεις; Τι λες; (κάνει μπροστά, BARB πίσω) Έχεις θελήσει ποτέ κάποιον τόσο που να θες να τον σκοτώσεις και να πεθάνεις μαζί του; (ΠΕΤΕΚ κάνει μπροστά μια ανάσα απόσταση, BARB στην άκρη.) Για να σαστε πάντα μαζί. BARB Με φοβίζεις (Σιωπή. Μετά ο ΠΕΤΕΚ κάνει πίσω, ρίχνει το κεφάλι του.) ΠΕΤΕΚ Συγγνώμη. (δεν μπορεί να την κοιτάξει:) Συγγνώμη Ρούλα μου, συγγνώμη. (κλαίει, τρέμοντας) Συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη (BARB κοιτά σε σοκ. ΠΕΤΕΚ γονατίζει, σε λυγμούς. BARB κάνει διστακτικό βήμα προς εκείνον ακουμπά τον ώμο του. ΠΕΤΕΚ τυλίγει τα χέρια του γύρω από τους γοφούς της... BARB τινάζεται στο άγγιγμα, μα μαλακώνει, τον κοιτά με λύπη.) BARB Τι είναι αγάπη μου; Τι έχεις; (ΠΕΤΕΚ κλαίει πιο δυνατά.) Peter (BARB γονατίζει δίπλα του. Ακουμπά το πρόσωπό του, τον χαϊδεύει, ηρεμεί τους λυγμούς, και τον γυρνά να την κοιτάξει μα ο ΠΕΤΕΚ κρατά τα μάτια του κλειστά. Σκουπίζει τα δάκρυά του και φιλά το μάγουλό του, καθώς το σώμα του σείεται. Μετά τ άλλο μάγουλο και κρατά τα χείλη της για πιο πολύ στο δέρμα του, μέχρι να καταλαγιάσει. Φιλά το μέτωπό του ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι που ο ΠΕΤΕΚ σταματά.) Πέτρο; (ΠΕΤΕΚ βρίσκει ρυθμό στην αναπνοή του, μετά τολμά να την κοιτάξει. Απαντά το οδυνηρό ερώτημα στο βλέμμα της φιλώντας τη στα χείλη.

166 Σ ε λ ί δ α 166 BARB κάνει πίσω, μα μονάχα λίγο. ΠΕΤΕΚ κάνει μπροστά, αφήνοντας μια απόσταση που κλείνει η BARB. ΠΕΤΕΚ πάει να τη φιλήσει μα BARB κάνει πάλι πίσω. ΠΕΤΕΚ την πιάνει από τη μέση και την τραβάει πάνω του. Δεν τη φιλά. Την κοιτά με αναμονή και τον φιλά η BARB. ΠΕΤΕΚ τη φιλά απελπισμένα και αναπνέουν τα χνώτα η μία του άλλου. BARB βάζει τα χέρια της στο πρόσωπό του, ΠΕΤΕΚ τη σφίγγει, τα σώματά τους πιέζονται μαζί. BARB κάνει πίσω από το φιλί να τον κοιτάξει στα μάτια. ΠΕΤΕΚ πέφτει στο λαιμό της. BARB αντιδρά με ηδονή μα τον τραβά πίσω απ τα μαλλιά τον αναγκάζει να την κοιτάξει. Παύση. ΠΕΤΕΚ τη σηκώνει και την ξαπλώνει κάτω, στο πουκάμισό του. Η εκκλησία χτυπά εννέα. Καθώς BARB και ΠΕΤΕΚ μισο-γδύνονται απελπισμένα και ξεκινούν να κάνουν έρωτα ) BLACKOUT

167 Σ ε λ ί δ α 167 ΣΚΗΝΗ ΠΑΤΡΙΚΟ Σκοτάδι. Οι καμπάνες συνεχίζουν σε αυτή τη σκηνή, καθώς ΤΟΜ - φορώντα ποδιά - βγάζει μπρίκι, γκαζάκι και δυο κατσαρολάκια. Μήλα, τηλέφωνο και δυο μπουκάλια νερό μένουν. μπαίνει, δίνει στον το τηλέφωνο, κάθεται απέναντί του. Τα αδέρφια κοιτιόνται... Μπαίνουν και, αφήνουν τσάντα με ψώνια δίπλα στον. κάθεται δίπλα στη. βγαίνει δεξιά σκηνής. βγάζει μακαρόνια, σάλτσα κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Ανάβει το γκαζάκι με σπίρτο, με την τελευταία καμπάνα, καθώς ανάβουν φώτα δειλινού. ανακατεύει σάλτσα στη μία άκρη του πάγκου. επιστρέφει - με βαθύ μπλε πουκάμισο- κάθεται απέναντι, δείχνει μια τράπουλα σε και (τσεκάρει το τηλέφωνό του) Κιόλας; Ξέχασες πώς είναι να ζεις με καμπάνες; Κι ακόμα κοιμάται ο Μπαμπάς; (σαρκαστικά) Δεν πας να δεις; Focus, please! Λοιπόν, κατεβάζουμε τέσσερα στη σειρά ή τρία ίδια χαρτιά, right? And if they re in a row they also have to be the same suit. Όλα καρδιές. Όλα διαμάντια. Ναι; Ναι. Και ποιος κερδίζει; Όποιος μείνει χωρίς χαρτιά πρώτη. Και αν σου μείνουνε χαρτιά παίρνεις κακούς πόντους. King and Jacks are worth ten, same as aces and jokers. Κι οι Ντάμες πόσους πόντους; Gurl, Queens are extra! Πόσο παραπάνω; Όχι, πλάκα έκανα Το ίδιο μετράει. Where is the game from?

168 Σ ε λ ί δ α 168 (shuffling) Από γιαγιά μου από Κούβα. Abuelita! Total cardshark. Χαρτόμουτρο in Greek. Α ναι; (προς ) Έτσι ήταν κι η μάνα σου. Τη θυμάσαι καθόλου την Άννα; ( σηκώνει τους ώμους.) (προς ) Απίστευτη κυρία. Ναι; ( κάνει κίνηση «ου, που να ξερες».) ΧΑΝ Αν δεν είχε να καθαρίσει ήτανε με το καρέ της για πόκερ, ή κολυμπούσε, όλο το χρόνο κολυμπούσε, σκαρφάλωνε σε σκάλες και μάζευε τα φρούτα από τα δέντρα του Μπαμπά, μας έφτιαχνε κορώνες από όμορφα αγριολούλουδα. Ακόμα κι αφότου αρρώστησε. Τουλάχιστον στην αρχή. (σταυρώνεται) Να ναι καλά όπου είναι. Μακάρι να τη θυμόμουνα. Ούτε εγώ θυμάμαι τη δική μου. Τη δική μας. Γιαγιά Cristina δεν είναι έτσι. Κάθε φορά που τη βλέπω, μου λέει: (as Abuelita) Mi monito -μικρή μου μαϊμού- she says, monito, tengo lo que nada puede curar. (σε ΤΟΜ) Βοηθάς, αγάπη; «Έχω αυτό που τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει.» (as Abuelita) Ningún doctór puede ayudarme «Δεν υπάρχει γιατρός να με βοηθήσει», λέει. (as Abuelita) Lo que es -- la vejez! «Έχω γηρατειά!!!» ( γελά. Οι άλλοι σιωπηλοί.) OK, that kills in Cali What? Did I miss something? Δε φαίνεσαι για Λατίνο. No?

169 Σ ε λ ί δ α 169 Πιο πολύ σα να σαι από δω. (γελά) Ε δε φαίνεται πάντα ποιοι είμαστε αλήθεια. (παίρνει κατσαρολάκι απ τη φωτιά και το καλύπτει, βάζει στη θέση του το άλλο βάζει νερό από τα απομένοντα μπουκάλια, ανεβάζει τη φωτιά) Το ίδιο κάνει. Στα Βαλκάνια έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας τόσο ανά τους αιώνες που ναι χαζό να σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας διαφορετικούς. Από τα μέσα του 19 ου αρχές του 20 ου, θεωρούμεθα ήμι-έγχρωμοι. Δεν επιτρεπόταν η είσοδός μας σε Αυστραλία, Καναδά ή τις ΗΠΑ (καγχάζει) Να σ άκουγε να τα λες αυτά ο Μπαμπάς... Practice round? Why not? ( μοιράζει.) Xan. Τι όνομα είναι αυτό; My father always loved mythology, warrior type stuff So (frames face with hands, a la Shirley Temple) Ta-da! So, πρώτα εγώ, μετά εσύ. ( παίζει, ακολουθεί.) Τον βάφτισαν από το Μεγαλέξανδρο. Συνονόματος με το Μπαμπά, ε; Πολύ ενδιαφέρον ψυχολογικά Shut up. (προς ) Σειρά σου! Μα εκείνος ήτανε αληθινός. I m sorry? Ο Μεγαλέξανδρος δεν ήτανε mythology. Oh, well, yeah ( παίζει.) ΤΟΜ Και τι ναι το Xan? Μικρό Alexander. (Παύση.) Παρτατσούλι ; Παρατσούκλι.

170 Σ ε λ ί δ α 170 ΧΑΝ Ναι! (teasing, stage-whisper to ) Νόμιζα είπες αδέρφι σου είναι έξυπνο. ( παίζει. παίρνει από τα πεταμένα χαρτιά.) Όχι! You can t take this card, silly. Είναι καμένο αυτό. (με ενόχληση) Uh, OK. Που να το ξέρω; ( παίρνει νέο χαρτί, ξεσκαρτάρει. το μαζεύει.) So, γιατί Xan? Cause my dad liked G Αλλά γιατί; Συγκεκριμένα Xan! Είναι σαν ήχος από videogame. Ε! Tι παίζει τώρα; I don t know what y Κάθε όνομα σημαίνει κάτι. Κρατά παράδοση, δύναμη. Like Αγία Βαρβάρα (δείχνει προς την εικόνα) over there. Προστάτιδα των στρατιωτών, των όπλων. Προστατεύει αυτούς που της προσεύχονται από ξαφνικό θάνατο, από κεραυνούς και φωτιές Ο πατέρας της την έκλεισε σε έναν πύργο γιατί εκείνη απαρνήθηκε την παγανιστική θρησκεία τους για το Χριστιανισμό. Ή ο Άπιστος Θωμάς, που αρνήθηκε το γιο του Θεού τρεις φορές. Αναξιόπιστος και εγωιστής. A name creates an air around the person who carries it. Κάποιες φορές το δίνουμε απροπό και κάποιες ευφημιστκά, πως λέμε τον Ειρηνικό, Ειρηνικό. So, γιατί να κόψεις το λαμπρό όνομα του Μεγαλέξανδρου, protector of men, σε μια τέτοια αναξιοπρεπή μορφή; Guess your English is better than my Greek Δεν κατάλαβα τίποτα. (προς ) Κοφ το. Σιγά λεβέντη μου, χαλάρωσε. Yeah, bae. I don t mind. ( πετάει χαρτί.) Ξέρεις ποιος λάτρευε μυθολογία; (το φτύνει προς ) Ο Πέτεκ. Ποιός; Ο Πέτρος. Ο άλλος σου αδερφός.

171 Σ ε λ ί δ α 171 ΤΟΜ Ο άγνωστος απ τη φωτογραφία κάτω; Αυτό ας τ αφήσουμε καλύτερα. (προς ΧΑΝ) Κι οι δυο είχαμε πώρωση. Οι στρατιώτες που εξυμνούσε ο Όμηρος ήτανε οι πρώτοι μας superheroes. There s so much history to this land! I would ve liked to spend a whole summer in Greece, not just a month, but you know Tommy can t exceed thirty days cause of his army thing. Αντιρρησίας συνείδησης. (διόρθωση) Ανυπότακτος εξωτερικού. Παντρεύτηκα deserter abroad! Ρομαντικό, ναι; Ό,τι πεις Δεν έχω ζήσει μακριά από σπίτι! Πιο μακριά πήγα Hawaii και αυτό είναι ακόμα State. Αλλά γνώρισα Tom και τώρα κάνουνε comic του Graphic novel. --TV show και πάω A) να ζήσω Ολλανδία! What?! B) να τρέξω ομάδα παιδικό θέατρο για non-binary kids! Α. Ηθοποιός είσαι; (σιγά) Πες το μας ντε... So, I ask you, young squire: Τι είναι το romance αν όχι κάτι που σε κάνει να είσαι brave να παίρνεις risks? ( και κοιτιόνται θερμά, τρυφερά.) (προς ) Γι αυτό έφυγες; Από θάρρος; Γι αυτό έκανες τόσα χρόνια να γυρίσεις; Αυτό είναι περίπλοκο. Γιατί; Γιατί μερικές φορές είναι. (Παύση.) Γιατί το παιξες ότι δεν ήσουν από δω, στο Μάνο; Καλό ερώτημα. ( χαμογελά χαιρέκακα στον.)

172 Σ ε λ ί δ α 172 Λοιπόν; (stepping in) Why don t you go wash up for dinner, sweetie? Give the adults some time. (πετά τα χαρτιά στον πάγκο, σηκώνεται) Ώχου. Απ την ώρα που ρθατε έχω πάει πιο πολύ για να «πλυθώ» απ ότι όλο το χρόνο. (βγαίνοντας) Θα μουλιάσω! (μαζεύει τα χαρτιά) Η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά. (προς ) Did I say that right? (γελά) Ναι. So Για να καταλάβω, ναι; What s the deal with Petek? Mmm. Θα σου πω εγώ. Ήταν τόσο γοητευτικός, you know? Μυστηριώδης. Σα να χε κάτι που πάντοτε το κρατούσε δικό του. Το δέρμα του πάντα ηλιοκαμένο, δούλευε στα ferry... Μα είχε χέρια τρυφερά. Πάντα ήθελε να φύγει απ το νησί και πάντα γύρναγε το βράδι που πεφτε ο ήλιος (hits on the bicep, sotto) So, ήτανε τελικά gay ή bi; Jesus Christ! Alexander! (laughs) What? You both dated him, right? Ω, αλήθεια; Τι μου λες; Δεν το ξερα αυτό. (προς ΧΑΝ) Χαμήλωσε τη φωνή σου! (προς ΤΟΜ) Τα χες αλήθεια κι εσύ με τον Πέτρο; Actually, it s scientifically proven that if you keep your voice at a normal speaking level, people are more likely to miss what you re saying. (whispers) They focus in on it instead if you modulate your volume or whisper. Η Βαρβάρα τα χε μαζί του και μόνο. Μετά τη χώρισε, την άφησε έγκυο/, την έπεισε να μην το κρατήσει κι όταν ο Μπαμπάς άφησε τη μάνα του έγκυο με τη Geri, Ο Πέτεκ το σκασε. Δεν «μ άφησε» τίποτα./ Πολύ μνησίκακος είσαι, kitty. Κοίτα ποιος μιλάει.

173 Σ ε λ ί δ α 173 Άλλο μνησικακία κι άλλο να σου ξεπληρώσουνε αυτά που σου χρωστάνε. (pretend understanding) Μάλιστα. (προς, sotto) What? Κι ο Πέτεκ που έφυγε δε σε πειράζει; Θωμά, δε σε κατηγορώ που έφυγες. Όλα ΟΚ, επειδή είναι γιατρός τώρα; Χωρίς Σύνορα. Εξελλήνισε το όνομά του, σοφά, και δουλεύει στη Μεσόγειο από το δεκαπέντε, δεν το χες ακούσει; Βοηθώντας με τους πρόσφυγες. Του δώσανε μετάλλιο! Οπότε πέντε χρόνια μετάνοια επανορθώνει που σου γάμησε το Δία;/ Ή είναι που θεωρείς τη δουλειά του πιο σημαντική απ τη δική μου; Δεν μου κανε τίποτα. How do you know what he does? Και τη δουλειά σου δεν τη «θεωρώ» τίποτα. But you said you re not even friends on Facebook (Παύση.) (πειράζει) Α; Ψεματάκι στον αντρούλη μας; (Παύση.) (προς ) Πας κάτω να μου φέρεις μια κόπια απ το βιβλίο μου; Το θέλω για όταν πάρει πάλι ο Theo με τα notes. (Short pause chooses not to fight). φαλι Tsk, tsk. Sure, Mr. Avoidington. ( ξεκλέβει ματιά στη και βγαίνει. Σιωπή ) (μετά) Όσο και να λείπεις την προφορά σου στα Αγγλικά δεν τη χάνεις, ε; Παρεξήγησε. Δεν «τα χα» με τον Πέτεκ ποτέ. Το ξέρεις ότι δεν έγινε τίποτα. Όχι;

174 Σ ε λ ί δ α 174 TΟΜ ΤΟΜ Όχι! (non-committal) M-hm. Δεν έχουμε πιο σοβαρά να πούμε; (ψιθυρίζει) Θες να σκοτώσω το Μπαμπά;;; Το διάβασα το cartoonάκι σου. Graphic novel. A magical, thrilling autobiography /, σύμφωνα με το οπισθόφυλλο. Τι αλλάζεις το θέμα; Γνώριμη ιστορία. Sorry? Μετανάστης αφήνει την κοπέλα του σύξυλη, πάει στρατό στη χώρα που τον υιοθέτησε κι εκεί ανακαλύπτει πως έχει θεραπευτικές υπερδυνάμεις όταν την πίνει! Και; Πήρες την ιστορία μου. Του Πέτεκ. Του Πέτρου μου. Και τη διαστρέβλωσες -- Α. (σαρκαστικά) Θύμισέ μου. Τι δυνάμεις είχε ο Πέτεκ; Ο ήρωας σου καταφεύγει στο χόρτο επειδή αρρωσταίνει η μητέρα του. Ο Πέτεκ κάπνιζε από πριν. Ο Πέτεκ πήγε στρατό. Εσύ όχι. Είναι αλληγορία. (γελά) Α πες το έτσι! Δεν το μοιραστήκαμε αυτό που έγινε; Οι τρεις μας; Τον έχεις να την αφήνει και να μην πληρώνει ούτε το μισό του της έκτρωσης. Και;

175 Σ ε λ ί δ α 175 Δε ζήτησα ποτέ λεφτά! Καταλαβαίνεις ότι και να ζήταγα δεν είχε να τα δώσει; Και τον πατέρα της, τον έχεις κάνει μια φιγούρα τερατώδη που την κάνει manipulate να το ρίξει για να ναι αυτός με την ερωμένη του και να την έχει την κόρη Σταχτοπούτα. Ε πάντα του κεφαλιού του έκανε ο Μπαμπάς κι εμείς οι υπόλοιποι έπρεπε να βγαίνουμε από το μονοπάτι της καταστροφής του. (γελά) Ήμαρτον. Δεν έχεις ιδέα. Fictionalized biography το λένε! Έτσι κάνεις τους χαρακτήρες θελκτικούς. Βρίσκεις τα σκιερά τους μέρη και βουτάς. Χμ Πες μου μεγάλε συγγραφέα: Μπορείς να τους λες «χαρακτήρες» όταν τους έχεις πάρει καρμπόν απ τις ζωές μας; Ο πρωταγωνιστής μου είναι gay, so. So? So, ξεκάθαρα δεν είναι ο Πέτρος σου! (Παύση.) Σωστά; ( re-enters with a book.) Here ya go. Fresh off the presses! One boy s journey of escape, selfdiscovery and what home really means. Δεν είσαι πολύ περήφανη; ( και ματο-μάχαιρα. s phone buzzes. Χώνονται και οι δυο μα το προλαβαίνει.) Tom Pappas phone. Who s speaking please? Oh! Speak of the devil. Ναι; Όχι, όχι. (covers phone, offers it to ) Petros. Σε θέλει! ( το παίρνει, βγαίνει έξω απ την Κουτσομπόλα. Η σιλουέτα της εμφανίζεται στο ΠΑΡΑΘΥΡΟ Ανάβει και καπνίζει καθώς μιλά (χωρίς ήχο.) So are we trying to fuck im or what? Alexander! What? He sounds sexy in a rough, salty ναυτικός kinda way. Not now! Πρώτη σoυ αγάπη,. Νέος άντρας σου. Τελευταία μέρα του honeymoon. Αν έχεις fantasy I get it.

176 Σ ε λ ί δ α 176 We re not trying to fuck him. Τότε γιατί τον κάλεσες; Δεν τον/ κάλεσα εγώ! Καλά, καλά. (playful) Στο τηλέφωνο είπε «δεν ξέρω αν θα προλάβω», so Έλα τώρα. Πες μου αλήθεια. Μην ντρέπεσαι τον άντρα σου. Δεν ντρέπομαι. Τότε τι πειράζει; Είσαι περίεργος, bae. Τι τρέχει; Τίποτα δεν τρέχει! Είναι που μαστε εδώ. Όταν γυρνάς στο σπίτι σου - μην πω πατρίδα- υπάρχουν προηγούμενα, η ατμόσφαιρα βαραίνει ρε παιδί μου. (scoffs) People make things heavy. Ο Buddha λέει αν θέλεις να πετάξεις πρέπει να αφήσει πράγματα που σε βαραίνουνε. Πού το διάβασες αυτό, σε meme? Tommy! Με προσβάλεις! (Then) Yes. Ε; ( γελά. comes up to him, strokes his shoulders soothingly.) There s my guy. Just keep it light. Είμαστε με οικογένεια σου. (smiley) Οικογένεια σημαίνει house and birth. You re stuck with em. ( ρίχνει το βλέμμα, μετά κοιτά τη σιλουέτα της Σ.) Έβρασε όλο το νερό σου. (nodding towards pot) All your water boiled away. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - πετά το τσιγάρο της, μπαίνει, ανάβει άλλο.) (βαδίζει, συγχυσμένη) Δε θα προλάβει. Δε θα προλάβει. Είπε πως-- (μπαίνει) Εντάξει τώρα; (βλέπει ) Σβησ το. ( απαντά με τζούρα.) Τρώμε. Όχι απ ό,τι φαίνεται. Right, ναι. I m on it.

177 Σ ε λ ί δ α 177 ( βάζει νέο νερό στη κατσαρόλα τελειώνει μπουκάλι. ) (προς ) Σβήσε. Το τσιγάρο. ( ανοίγει το κρασί και βάζει ποτήρι στον εαυτό της.) Αυτό ήταν για το δείπνο-- ( γλύφει σταγόνες από το λαιμό του μπουκαλιού, το αποθέτει στον πάγκο επιδεικτικά.) Σ αρέσει αλήθεια το κρασί. (προς ) Καλά θα την αφήσεις να σκοτώνει έτσι το Μπαμπά; Τ Τι;! Τι λες, παιδί μου; Δεν μπορεί ν αναπνεύσει εξαιτίας της. Σου το πε εκείνος; Το βλέπω. Ger, ξέρω ότι είναι δύσκολο για σένα στο νησί-- Πού το ξέρεις; Ξέρω πως είναι to feel different. On a place/ like this. It s in a place like this, βασικά. Γραμματική. On this island, λέω. Τι ξέρεις εσύ για το νησί, ρε; Έλα παιδιά, ηρεμία-- (καγχάζει) Κι αυτός τώρα τι θέλει; Πρώτη φορά τον βλέπω στη ζωή μου κυριολεκτικά και ξαφνικά I m your new brother in law και by the way φύγε απ το δωμάτιο, στο σπίτι σου για να πούμε για τον χαμένο σου αδερφό που επίσης δεν ήξερες και τη μάνα σου που πέθανε μ εσένα στην απ έξω και θα παίξουμε χαρτιά, θα φάμε μακαρόνια και θα το παίζουμε λες και όλο αυτό το σκηνικό είναι ΟΚ!!! Πες τα! ( κατεβάζει το κρασί της και ξαναγεμίζει.) Σκάσε! Your water s boiling again. Το νερό σου; Έβρασε.

178 Σ ε λ ί δ α 178 (προς ) Χαλάρωσε. ΕΣΥ χαλάρωσε! Should I να βάλω μακαρόνια; Άσε το παιδί να εκφράσει το θυμό του, Θωμά. I m just gonna... ( crosses to the other side of the island and puts pasta in the pot.) Ρε παιδί μου, πες μου ήρεμα παρακαλώ. Αδερφή προς αδερφό Ασ το παιδί να αναπνεύσει. (γαυγίζει) Άσε με ρε να της μιλήσω!! ( χτυπά το χέρι του στον πάγκο, ρίχνοντας την κατσαρόλα απ το γκάζι. σπρώχνει μακριά απ το καυτό νερό, μπαίνοντας μπροστά. κινείται μόνο για τζούρα. Το βιβλίο γίνεται μούσκεμα.) Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ! ( πάει για το βιβλίο μα τσουρουφλίζεται, αναγκάζεται να τ αφήσει. Σιωπή ) (βγαίνει προς μπάνιο) I ll give you guys a moment. (προς, ήρεμα) Έτσι μπράβο. Θες να σου πω τι τρέχει; Κανένας σας δεν θα πρεπε να είναι εδώ. Ο Μπαμπάς είναι άρρωστος. Πρέπει να ναι με ανθρώπους που τον αγαπάνε και θέλουνε να γιάνει και κανείς σας εδώ πέρα, κανείς σας δεν τον νοιάζεται. Εκείνος () είναι ξένος, εσύ () έχεις δέκα χρόνια να ρθεις κι αυτή εκεί πέρα τον μισεί. (Παύση. κρεμά το κεφάλι του.) Fuck you, μαλακισμένο. (πετά το τσιγάρο της προς.) (αποφεύγοντας την καύτρα) Δεν είσαι καλά. ( πάει αριστερά σκηνής κι ανάβει νέο τσιγάρο). Βαρβάρα! Σταμάτα!

179 Σ ε λ ί δ α 179 Πολύ σκασμένο αυτό που είπες. Ρε, συ! Δεν το ακούς το κωλόπαιδο; Προσπαθώ. Αναίσθητο εντελώς. Κυριολεκτικά δεν έχει αίσθηση. Καμία μα καμία. Ο πατέρας μου δεν έχει ανάγκη το κράξιμο/ και τον καπνό σου και την υπεράνω όλων συμπεριφορά σου. Άσε τον ήσυχο να συνέλθει. Τίποτα δεν ξέρεις για τον πατέρα σου. (προς ) Μου λέει εμένα ότι εγώ δεν αγαπάω το Μπαμπά. Εγώ, έτσι; Που μείναμε οι δυο μας μ εσένανε μωρό. (προς ) Τι να σου πω; Να χαίρεσαι τον πατέρα σου, πραγματικά. Άλλος σαν εκείνον δεν υπάρχει εκτός από σένα. Δειλός και τύραννος. Φτυστός εσύ! Εσύ τον αρρώστησες! Μάζεψε ρε τη γλώσσα σου... ( peeks in.) Uh, guys? Είναι δύσκολος άνθρωπος. Αν τον ήξερες όπως εγώ και η Βαρβάρα-- Hate to interrupt, really Γιατί παίρνεις το μέρος της πουτάνας, γαμώτο; Μη. Μιλάς. Έτσι. ΓΙΑΤΙ;! Κοριτσάκι,/ πρέπει να δείξεις σεβασμό Μη με λες «κοριτσάκι»! Αν ήξερες τι έχει περάσει η Βαρβάρα λόγω αυτού του γελοίου. Αν ήξερες τι περνά τώρα (σηκώνεται αποφασιστικά -διακόπτοντας τον- παίρνει βαθιά ανάσα και τραγουδά παράφωνα όπως πάντα) Κι εγώ θα κόψω το φεγγάρι θα σ το καρφώσω στα μαλλιά... Κοίτα τη. Είναι τρελή! Νομίζει ότι ναι η Κάλλας;!

180 Σ ε λ ί δ α 180 (ανεβάζει τόνους) Και σαν πλαγιάσουμε θα έχω τον ουρανό στην αγκαλιά ( και φωνάζουν μέσα στο τραγούδι της Σ.) Δεν την ξέρεις, OK; Δεν έχεις ιδέα τι έχει περάσει κι ακόμα και να το ξερες δεν μπορείς να το καταλάβεις. Εσύ τη θυμάσαι πώς ήσασταν παιδιά. Στην ηλικία σου. (τραγουδά) Κι όταν ξυπνήσουμε και παααααάμε ξανά στα στέκια τα παλιά Έχω ζήσει στη σκιά της από γεννησιμιού μου. Δεν ξέρεις πόσο κακιά έχει γίνει και χειριστική και και Μακιαβέλλι! Κι όλοι στο νησί Αγία Βαρβάρα την ανεβάζουν και την κατεβάζουνε! Αγία Βαρβάρα!!! ( σηκώνει τα χέρια ψηλά.) (τραγουδά) Σκέψου τι όμορφη που θαααα σαι Έδωσε τη ζωή της για να σε φροντίσει. Γιατί ο αγαπημένος μας Μπαμπάκας είναι ένας ανεύθυνος, που έχει κάνει check out πριν από χρόνια. Εδώ, αν χρειάζεσαι υπενθύμιση. ( σπρώχνει το βρεμένο του βιβλίο προς.) (τραγουδά) Με το φεγγάρι στα μαλλιάαααααα (σηκώνει το βιβλίο) Δεν ξέρεις τίποτα. Δεν είναι αγία γιατί έτσι τη λένε οι χωριάτες. Κι αυτός δεν είναι τέρας γιατί έτσι τον έγραψες εσύ. (τραγουδά) Σκεεεεεέψου τι όμορφη που θα σαι Το χω διαβάσει ήδη το στόρυ, φιλαράκο! Το κατέβασα παράνομα πριν μας κόψει η Βαρβάρα το διαδίκτυο. Γιατί κόπια δε μας έστειλες. Του το δειξα και έκλαψε που αυτό (πετά το νωπό βιβλίο στο πάγκο) αυτό είναι το πώς τον βλέπεις... Που έτσι ντρέπεσαι. (Παύση.) Δεν είσαι ο Μπαμπάς. Δεν ξέρεις πως ήτανε γι αυτόν, για μένα, για κανένα μας ή τη ζωή που έχουμε εδώ πέρα. Έχεις φύγει καιρό. ( βγαίνει προς Υπόγειο. Βήματα κατεβαίνουν, μετά:) (τραγουδά σιγανά) Με το φεγγάρι στα μαλλιά. (Σιωπή

181 Σ ε λ ί δ α 181 μπαίνει, μελετά τη και τον.) OK. Τελειώσαμε φωνές; Great. This seems like the moment. OK, Band-Aid off: ο Μπαμπάς ξύπνησε! (Τα αδέρφια παγώνουν.) Τι;! Ωχ, Θεέ μου. Ναι. Και νομίζω σε ζητάει; Bae? (Παύση. Ένας υγρός λεκές απλώνεται απ τον καβάλο του - κατουριέται.) Oh my God! ( ξεπαγώνει και το σκάει απ την Κουτσομπόλα...) Tom? It s OK! Where are you going? (looks around at a complete loss, Then, to ) ΟΚ! ανάβει τσιγάρο στη φλόγα απ το μπρίκι. Καθώς ξεφυσά ) BLACKOUT

182 Σ ε λ ί δ α 182 ΣΚΗΝΗ ΞΩΚΛΗΣΙ Κύματα ψιθυρίζουν, τριζόνια τραγουδούν. Νυχτερινό φως στον που κάθεται στον πάγκο με τα γόνατά του αγκαλιά. Βραδινή θέα της εκκλησιάς στο λόφο, πέφτει πίσω του, μ απόγιομο φεγγάρι. μπαίνει από δεξιά σκηνής, το σάλι πίσω στους ώμους της απέναντι στην ψύχρα της νύχτας και κρατά και μια αλλαξιά ρούχα. Περπατά πίσω από τον πάγκο, χωρίς να την καταλάβει ο, κοιτά τον αδερφό της για ένα γεμάτο λεπτό. Μετά: (προσφέρει τα ρούχα) Here. (γυρνά) You scared the shit out of me. ( απλώνει το χέρι της. σηκώνεται και τη βοηθά να ανέβει. Εκείνος κατεβαίνει, παίρνει τα ρούχα, γυρνά πλάτη και αλλάζει). Όταν σου πα πως δεν έγινε τίποτα με μένα και τον Πέτεκ (κοιτά προς κοινό) Δε σε κατηγόρησα ποτέ, αλήθεια. Σε μίσησα μερικές φορές Που γεννήθηκες Αμερικάνος κι έτσι μπορούσες πάντα να πας πιο μακριά από μένα. Μου λειπες και ναι σε μίσησα κάποιες στιγμές. Μα ποτέ δε σε κατηγόρησα που έφυγες. ( ντύνεται, σκαρφαλώνει πάλι πάνω. Φορά σορτς από και το μπλουζί του ΧΑΝ με την Αφροδίτη. Ακουμπά τα παπούτσια του στον πάγκο.) (Τον κοιτά χαμογελώντας τρυφερά. Μετά:) Τι έγινε; Την Παρασκευή πριν το Δεκαπεντάυγουστο. Είχαμε τσακωθεί με το Μπαμπά για το σχολείο πάλι Είχε έρθει ο Πέτεκ αλαφιασμένος. Κάπνιζε πολύ -του πα όχι στο σπίτι- και με ρώταγε για την Αμερική Έλεγε τι cool που θα πήγαινα και να ρθει να με δει. Και Και μετά με ρώτησε; Έχεις θελήσει/ ποτέ να πεθάνεις; (αναγνωρίζει) Έχεις θελήσει ποτέ να πεθάνεις; TOΜ / Έχεις θελήσει ποτέ κάποιον τόσο που να θες να τον σκοτώσεις και να πεθάνεις μαζί του; (Παύση.) / Για να σαστε πάντα μαζί.

183 Σ ε λ ί δ α 183 Νόμιζα ότι έλεγε για σένα. Του λεγα θα τον πάρεις πίσω. Δεν ήξερα τότε ότι σ άφησε εκείνος. Του πα πως τον αγαπάς. (Σιωπή) Μου δώσε μετά το μπάφο του. Δεν το χα ξαναδοκιμάσει. Μα εκείνη τη στιγμή Το ήθελα. ( σφίγγει το σάλι της). Τ άγγιγμά του όταν μου το δωσε, πώς φίλησαν τα δάχτυλα του τα δικά μου. Με έλιωσε. Τον ήθελα να μου κάνει τα πάντα. Μ είδε χλωμό και έβαλε τα χέρια του στα μάγουλά μου. «Θωμά; Είσαι καλά;» Δε μ ένοιαζε τίποτα πια. Έφερε το πρόσωπό του κοντά μου. Δε σκέφτηκα καν εσένα. «Είσαι καλά;» Τα μισά του χείλη αγγίξανε τα μισά δικά μου... Σαν κατά λάθος. Μα το ήξερα Το ένιωσα Κι ήρθε σπίτι ο Μπαμπάς και ο Πέτεκ το βαλε στα πόδια. Δεν τον ξανάδα Μια βδομάδα αργότερα ο Μπαμπάς μου πε ότι ο Πέτεκ έφυγε κι ότι εκείνος είχε αφήσει έγκυο την Άννα. (Σιωπή) συνέβη με τον Τάσο; Εκείνο τον Δεκαπεντάυγουστο Τι νόμιζες ότι Τον Τάσο; Έπεσε Δεν έπεσε; Τον σπρώξανε, αγάπη μου. Τον εδείραν πρώτα και τον πέταξαν απ το λόφο εδώ και όλο το Τέρας συνωμότησε και προσποιείται ότι τίποτα δεν έγινε. Because if we don t talk about it here it s like it isn t real... Τον πιάσανε πίσω από την εκκλησία μας με έναν άλλον άνδρα το ανήμερα της Παναγίας. Ίσως να νόμιζε πως θα ταν όλο το χωριό στη Μητρόπολη και θα ταν ασφαλής Ήσουν σπίτι. Είχατε τσακωθεί πάλι με το Μπαμπά για το αν θα φύγεις. Μα εγώ κι εκείνος ήμασταν εκεί. Σταματήσαμε για να ανάψουμε κερί για τη μαμά, πριν κατεβούμε στην πλατεία κι ακούσαμε τον παπά να βρίζει. Μου πε ο Μπαμπάς να τον περιμένω μα τον ακολούθησα Τους είδα να το κάνουν Ο παπάς τον χτύπαγε με το λιβανιστήρι, που βγαζε καπνούς, μύρο ακόμα. (Ακούμε απόμακρη θυμωμένη αντρική φωνή κάτω απ τη ). «Βέβηλε! Εωσφόρε!» χωριάτες είχαν μαζευτεί απ τις φωνές και έσφιγγαν γύρω τους (Ήχος αυξανόμενου όχλου). τον παπά, τον Τάσο και τη μάνα του (Ανοίγει η Κουτσομπόλα κι εκεί στέκεται η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, στο σκοτάδι).

184 Σ ε λ ί δ α 184 που πέταγε το σώμα της μπροστά στο γιο της και τα χτυπήματα του πλήθους. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ «Όχι το παιδί μου! ΜΗ!!!» Όχι το παιδί μου! ΜΗ!!! ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ και την χτύπαγαν κι αυτήν και στον πανζουρλισμό ο άλλος άντρας κάπως κατάφερε και ξέφυγε μόνο τη σκιά του πρόλαβαν να δούνε Ούρλιαζαν κι έφτυναν τον Τάσο Σταματήστε! Για όνομα του Θεού! --and feeding off each other s indignation that this πούστης, this κίναιδος τόλμησε να αγγίξει κάποιον στο νησί... Την κρατάγανε. (Χέρια πιάνουνε τη ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ προσπαθεί να ξεφύγει). Προσπάθησε να τους σταματήσει, προσπάθησε να τον προστατέψει, να πάρει αυτή όλες τους τις βολές. Μα ήθελαν να τον εξαφανίσουν ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΒΑΡΒΑΡ (πλέον κλαίει και ουρλιάζει) Αφήστε τον. ΕΛΕΟΣ! Τους είδα να τον σκοτώνουνε γιατί ήταν σαν κι εσένα Και είδα τον πατέρα μας να μην κάνει τίποτα για να το σταματήσει. (Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ πέφτει στα γόνατα). (σε σοκ) Μα ο Τάσος ήταν παντρεμένος. (Τα χέρια τραβούν τη ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, εκτός οπτικής μας ) Όταν έπαυσαν Σκεφτόμουνα εσένα Δε θα το άντεχα αν Αν Και τότε είδα στο χώμα, πιτσιλισμένο με αίμα, κάτι που ξερα καλά... Ξεφτισμένο απ τον ήλιο, λιωμένο από το σώμα του. είχε παιδιά. Είχε γιο. ( κάθεται.) Του Πέτεκ-- του Πέτρου το πουκάμισο (Παύση.) Τον Τάσο τον σκοτώσανε γιατί δεν ήταν άνθρωπος στα μάτια τους. Είχαν «το δίκιο» με το μέρος τους. Και αν ο Πέτεκ δεν είχε προλάβει να τρέξει Τα ίδια θα χε πάθει. Ίσως και να αφήναν τον Τάσο Στην ιεραρχία της ανθρωπότητας πού πέφτει ο αμαρτωλός και πού ο ξένος;

185 Σ ε λ ί δ α 185 ( κάθεται δίπλα του. Φεγγαρόλουστη παύση και κύμα ) (παίρνει το χέρι της) Ένιωθα μόνος, τόσα χρόνια, Βαρβάρα. Νόμιζα ότι ήμουνα ο μόνος στον κόσμο, δεν έβλεπα άλλον σαν κι εμένα Ήθελα να με θέλει ο Πέτεκ γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ήταν κάποιος άλλος εδώ. Και θα μπορούσα να μείνω. Θα μπορούσα να μείνω εδώ με σένα και τον Μπαμπά κι εκείνον και να μαι -κάπως να μαιευτυχισμένος. (αφήνει το χέρι του) Ό,τι νομίζουμε πως δεν μπορούμε να χουμε το κάνουμε romantic στο μυαλό μας. Αγάπη, πατρότητα, σπίτι πατρίδα. Αλλά δεν είναι μέρος αυτό γι ανθρώπους με ψυχή σαν τη δική σου Δεν μπορούσα να σ αφήσω εδώ. Εγώ τον έπεισα Εγώ του πα ποιος είσαι. Πώς ένιωθες για τον Πέτρο. Ότι απείλησες να μείνεις να μεγαλώσουμε παρέα το μωρό μου Του πα δεν θα τον άφηνα σε ησυχία και τον έπεισα: Να καλύψει τα έξοδα του Πέτεκ- Peter-Πέτρου για τη σχολή, τη θεραπεία της Άννας, για να φύγει ο Πέτεκ και να σ αφήσει ήσυχο... και εσένα και εμένα. And Πέτεκ took it, Peter ran with it, ο Πέτρος έφυγε με το τελευταίο ferry. Στην αίσθηση του καθήκοντος του μίλησα. Δεν ήταν από αγάπη. Όχι ότι σ αγαπούσε περισσότερο ο Μπαμπάς, I choose to believe, όχι. Από καθήκον προς το γιο του... Να προσποιηθεί πως φέρθηκε απερίσκεπτα και πρόδωσε τη μνήμη της μητέρας μας. Για να σε θυμώσει, να σε διώξει. Να σε σώσει απ αυτό το μέρος. (Βάζει το σάλι της γύρω απ τους δυο τους.) Γιατί δεν μου το πες; Αυτό χρειαζόσουν για να μείνεις μακριά. Μα εκείνος Δε μ ανάγκασε. Εγώ επέλεξα να μείνω. Και για κείνον, ναι. Διάλεξα να μείνω γιατί νόμιζα πως έκανα αυτό που ήθελα εγώ. Έμεινα για να φύγεις. Αλλά εγώ τα διάλεξα όλα. Εγώ. (ντροπή) Τότε πίστεψα πως έμεινες έγκυος για να μας τα χαλάσεις. Αυτό ήταν έκπληξη. Μα που τον πρώτο-διάλεξα, αυτό ήταν για σένα. ( στέκεται. Αφήνει το σάλι της στον, μιλά στο φεγγάρι.) Όταν μου πρωτοήρθε η ιδέα, σκέφτηκα «αυτό το παιδί θα χει καλύτερη τύχη σ αυτό τον κόσμο σαν μπάσταρδο του Μπαμπά από δικό μου και ενός ξένου». Τους δούλευα όλους. -Αγία Βαρβάρα what a stupid thing

186 Σ ε λ ί δ α 186 (Παύση.) Πριν από τώρα δεν είχα αμφιβολία καμιά Μας πέταξε ο Μπαμπάς στην Αθήνα με την Άννα για την εγκυμοσύνη μου. Πρώτη μου χρονιά στην αρχιτεκτονική. Ήμασταν σ ένα μικρό νεοκλασικό στου Φιλοπάππου. Την πήγαινα μέχρι τη χημειοθεραπεία τα πρωινά. Την υπόλοιπη μέρα καθάριζε σπίτια και γύριζε το απόγευμα και περπατούσαμε τα πλακόστρωτα μαζί και με φρόντιζε. Τέτοια δύναμη δεν έχω ξαναδεί... Όταν γυρίσαμε εδώ, με τη Geri κι η Άννα χειροτέρεψε την φρόντισα εγώ. Ποτέ δεν αμφέβαλα τι έπρεπε να κάνω. Μονάχα Μια στιγμή. Όταν φεύγαμε από δω σ εκείνην την πρώτη πτήση για τη Στερεά, πριν καταρρεύσουν όλα, όταν ήταν ένα φασολάκι στην κοιλιά μου, είδα το νησί μας από πάνω και σκέφτηκα: «άμα μου δώσουν το φασόλι μου και δεν μπορέσω να τ αφήσω ; Αν δω το πρόσωπό του» Το πρόσωπό του... Μα δεν ήτανε δύσκολο να την αφήσω. Όταν μου τη δώσανε και μ είχε κάνει μούσκεμα στο αίμα μας και στις ίδιες μου τις ακαθαρσίες και μου την δώσανε Δεν ήθελα καν να την κρατήσω. «Τι μου δίνετε; Εγώ έκανα αγόρι. Να ναι φτυστός ο πατέρας του και να τον μεγαλώσω στα κρυφά στο σπίτι μας στο λόφο, να γίνει άντρας σωστός, καλύτερος από κείνον». (Παύση.) Είναι του Πέτεκ. ( γνέφει ναι. σηκώνεται, αφήνει το σάλι κάτω.) Είναι δικό μου παιδί. Και όχι του Μπαμπά (Παύση.) Της το έχεις ε τους το έχεις πει; μπάφο.) ( γνέφει όχι και βγάζει ένα μισοκαπνισμένο Θες; Το τελευταίο μου από τα σπέσιαλ. Το κοψα πριν πέντε χρόνια. (ανάβει) Good for you. Ο Xan με έβαλε να κάνω και wellness blog. (μυρίζει) Κάτσε ρε, όταν λες σπέσιαλ--; Χορταράκι, ναι. I m going through a lot. Haven t you heard? ( παίρνει τρεις βαθιές τζούρες.)

187 Σ ε λ ί δ α 187 Μια φορά ο Μπαμπάς μου πε πως η ζωή του τελείωσε όταν πέθανε η μαμά. ΤΟΜ Σοβαρά, είπε τέτοιο πράμα; Τον είχα μαστουρώσει. (γελά) Wow. (Μετά, σοβαρός:) Πώς θα το κανες; Θα του κοβα τον αέρα. Δε θέλει και πολύ. Τη μάσκα να του βγάλω... (καπνίζει, ξεφυσά) Πού θα πάει; Κι εμάς τι θα μας έλεγες; Μας βρήκε κι άλλο εγκεφαλικό; Τρίτο και καλό. Ίσως ότι έφυγε στον ύπνο του. Πως ξύπνησε μια τελευταία φορά κι είδε τον ήλιο και μετά έκλεισε τα μάτια του για τα καλά. Κάτι χαζό, ρομαντικό (δείχνει προς λιμάνι) Κοίτα, έρχεται το τελευταίο πλοίο. (πάει για το μπάφο) Πρέπει να το προλάβω. (του δίνει το μπάφο) Το ξέρω. Θα σαι ΟΚ; Πήγαινε. Θα κάτσω λίγο να δω το σπίτι όσο είναι ακόμα δικό μας. ( κάθεται. ακολουθεί και ακουμπά κεφάλι στον ώμο της.) Έχεις σκεφτεί πως σαν κοιτάμε το φεγγάρι βλέπουμε τις ίδιες τις σκιές μας; BLACKOUT

188 Σ ε λ ί δ α 188 ΣΚΗΝΗ ΠΑΤΡΙΚΟ Βραδινά φώτα σε στο εικονοστάσι της Αγίας Βαρβάρας, πλάτη στο κοινό. ανεβαίνει, με βαλίτσες. Τηλέφωνο και μήλα πίσω στον πάγκο και μένει ένα μπουκάλι νερό. I m sorry to cut this lovely visit short but we need to be on this boat if we re-- (off s non-reaction) Ελπίζω να γυρίσει Tom για να προλάβ (γυρνά) Είχατε φύγει όλοι... ( μπαίνει τρέχοντας από Κουτσομπόλα.) (βλέπει τις τσάντες) Ωραία. Πάμε. Έρχεται το καράβι. ( goes to ΤΟΜ) Listen (a look s way) Νομίζω σε χρειάζονται. (σιγά) Αν έρθει Geri μαζί μας σε πειράζει; Τα γενέθλιά της Του-- Σε έξι μήνες τέλος πάντων γίνεται δεκαοκτώ. Μπορεί να μείνει στο δωμάτιο του μωρού μέχρι να μας το δώσουνε κι ίσως να μας βοηθήσει με κάνα babysitting, να του δώσουμε κάνα χαρτζιλίκι.. ( absorbs s pronoun shift.) Θα με ρωτήσει κανείς τι θέλω εγώ; ( και γυρνούν προς.) Told you whispering draws attention. Έχεις δίκιο. Δεν ξέρω τι θέλεις. Και θα ναι περίεργο. Αφήνεις ό,τι ξέρεις πίσω κι άνθρωποι εκεί μιλούν περίεργη γλώσσα. Και ξέρεις τι; Ούτε εμένα δε με ξέρεις καλά-καλά. Έχει περάσει πολύς χρόνος χώρια. Αλλά άμα θες μπορεί να ναι αυτός ο κουλός μας τρόπος να γνωριστούμε απ την αρχή. (Παύση.) Έχεις πέντε λεπτά να μαζευτείς αν θες. Σε δέκα φεύγουμε. Καλά, τρελάθηκες; Πιθανώς. ( κοιτά τον για μια παύση μετά τρέχει κάτω.) Βόηθα να μαζέψει σε παρακαλώ. (γελά) Sure. Κι εσύ;

189 Σ ε λ ί δ α 189 Πάω να χαιρετήσω το Μπαμπά. Είσαι καλά; Δεν ήθελα να τα δεις όλα αυτά. Που, ε έκανες πιπί; (πικρό γέλιο) Κι αυτό... Συγγνώμη που σε έφερα εδώ. Όχι!! Επιλέγω εσένα, ζουζουνάκι μου. Όλο τον όμορφο, creatívo, tightly-wound self. Εντάξει, τι αν το honeymoon μας δεν είναι όλο ήλιος και γέλιο; Περίμενα φωνές και πιπί; Όχι. But I m not gonna hold it against you. Ξέρω πώς είναι με την οικογένεια ( nods) Η σκιά του πατέρα σου είναι γιατί είσαι εσύ and I signed up for all of it; Το φως και το σκοτάδι. ( δίνει φιλάκι στον, πάει να φύγει, σταματά.) You smoke weed? Maybe? (shaking his head, tuts) Full of surprises. Πάω να τον αποχαιρετήσω. Do what you need to. ( βγαίνει. Βήματα κατεβαίνουν, γυρνά προς δωμάτιο Μπαμπά... διστάζει. Παίρνει το τελευταίο μπουκάλι νερό και πίνει κατευθείαν... ΠΑΡΑΘΥΡΟ Ένας γυμνός γλόμπος φως προστίθεται καθώς εμφανίζεται σιλουέτα, βγάζει βαλίτσα και πετά μέσα πράματα απ το δωμάτιο. παίρνει μαζί του το νερό και βγαίνει προς δωμάτιο Μπαμπά. ΠΑΡΑΘΥΡΟ Σιλουέτα μπαίνει με.) Is it cool having an underground bedroom? Πού να ξέρω; Δεν είχα ποτέ δωμάτιο μη υπόγειο. (picking up MOM and DAD puppets) Ooh! Του Προπαππού σου; Όχι, ο Θωμάς τις έφτιαξε αυτές. (plays with puppets for a beat. Then) Ωραία βαλίτσα.

190 Σ ε λ ί δ α 190 Μου την είχε φέρει δώρο ο Θωμάς. Πριν δέκα χρόνια. (Παύση.) (approaching to help) Άμα you roll τα ρούχα σου χωράει πολύ παραπά- - (σταματά, πετά τα ρούχα) Καλά σοβαρολογούμε τώρα;! Δεν ξέρω καν αν θέλω να ρθω. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - βγαίνει δεξιά. πάει να ακολουθήσει, προσέχει κάτι στο πάτωμα. Σηκώνει το τετράδιο και κοιτά το περιεχόμενο... Βήματα ανεβαίνουν. μπαίνει, πάει στο εικονοστάσι. ΠΑΡΑΘΥΡΟ - ξεφυλλίζει γρήγορα, σα flipbook Το βάζει στην πίσω τσέπη του, παίρνει τρεις φιγούρες και ο γλόμπος σβήνει καθώς βγαίνει, Βήματα ανεβαίνουν. Μπαίνει, δίνει μια στιγμή σε πιάνει πράσινο μήλο και το καθαρίζει στο πουκάμισό του). (taking a bite) Δεν να πρέπει να πας Ε; ΧΑΝ You don t have to go, you know. Ο Θωμάς είπε Tom λέει πολλά. He loooves saying stuff. Εσύ τι λες; (Παύση. chews.) Με χρειάζεται ο Μπαμπάς Είσαι σίγουρος; Εκείνη δεν μπορεί να τον φροντίσει. (Παύση.) Να σε ρωτήσω κάτι personal? Τι; Don t hate me Αλλά σας άκουσα πριν; Πότε;

191 Σ ε λ ί δ α 191 Like, όλη μέρα. Αλήθεια! Πώς θα ξέρω if you like me?! ( γελά λίγο.) Θα σε ρωτήσω honestly, ΟΚ; Το αυτοκίνητο του Μπαμπά σου; (Παύση.) Μπορεί να έφυγε από το δρόμο επίτηδες; ( αποφεύγει να τον κοιτάξει στα μάτια. αφήνει το μήλο του.) Can I tell you a story? ( κάθεται.) Δεν είμαι πολύ πιο μεγάλο από σένα, αλλά δέκα χρόνια είναι δέκα χρόνια Δεν ήμουν πάντα Γιαγιά μου και εγώ. ( κρατά τη ΜΗΤΕΡΑ -μη έγκυο- και το ΚΟΡΙΤΣΙ.) Αυτό είναι σα κορίτσι. Πειράζει; (off s silence) Εμένα όχι. (smiles) So, it was γιαγιά και εγώ και (σηκώνει τον ΠΑΤΕΡΑ) Μπαμπάς μου and when I was your age, or a little before that, I felt ένιωσα κάποια πράματα. Για το ποιο είμαι και τι θέλω Του μίλησα και θύμωσε; Like (gruff voice acts out with puppets) why would you tell me this? This is your business and I was like I don t wanna have a secret from my dad, dad!. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ Το φως δυναμώνει περισσότερο από ποτέ πριν, προτείνει κάτι το εξωπραγματικό - εμφανίζεται η σιλουέτα του ΜΠΑΜΠΑ στο κρεβάτι, με τη μάσκα οξυγόνο. Μπαίνει σιλουέτα.) Νομίζω, μεγαλώνω σημαίνει σου λείπει πώς ένιωθες παλιά. Μου λείπει το innocence πριν ξέρω ο πατέρας μου είναι άνθρωπος. Όχι τέρας. Όχι άγιος. Όχι τέλειος, μόνο ένα άντρας που έκανε ό,τι ήξερε να κάνει. ( αφήνει τη φιγούρα ΠΑΤΕΡΑ. ΠΑΡΑΘΥΡΟ - πλησιάζει το ΜΠΑΜΠΑ.) Ο πατέρας σου έφυγε. (nods.) You are perceptive. (Κατεβάζει ΜΗΤΕΡΑ και ΚΟΡΙΤΣΙ.) And talented! Είσαι πολύ διαφορετικός από τον κόσμο που είναι κοντά

192 Σ ε λ ί δ α 192 σου. Μοιάζεις πολλά πολύ τον αδερφό σου. Αλλά μου θυμίζεις εμένα. Αν είμαι λάθος, forgive me Αλλά σου το λέω αυτό γιατί έχω ένα feeling ότι αν είπες στο Μπαμπά σου κάτι για σένα και Ίσως σου είπε κάτι κακός, και ίσως νομίζεις είσαι κάτι λάθος Αν έψαξες Γιαγιά s ψαλίδι από την κουζίνα or Μπαμπά s gun, ή ήθελες να πέσεις από το βράχο. Θέλω να ξέρεις δεν είσαι κακός. Απλά καινούργιος. Για άλλους (ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΠΑΜΠΑΣ αδύναμα απλώνει το χέρι και χαϊδεύει το πρόσωπο του. του δίνει το απομένων νερό απ το μπουκάλι.) Ξέρω ποιος είσαι. Σαν τον πατέρα σου (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - αφήνει το μπουκάλι χαϊδεύει το χέρι του ΜΠΑΜΠΑ.) Ξέρω τι έκανες Όχι γιατί δεν έχει χώρο για σενα στον κόσμο. Αλλά γιατί κόσμος σαν κι εσένα βγάλανε από ιστορία. Και σε συγχωρώ. ( βάζει τετράδιο s στον πάγκο. παγώνει.) ΤΟΜ (με δάκρυα) Μπορείς να με συγχωρέσεις; (Την ίδια στιγμή μπαίνει, MY από αριστερά σκηνής *[Ο ΤΟΜ σιλουέτα είναι κόλπο.] και δεν αντιδρούν σε αυτήν την εισβολή του παρελθόντος. MY μιλά στην άλλη μεριά του πάγκου λες κι εκεί είναι ο πατέρας του. Φωνή ΜΠΑΜΠΑ έρχεται από το υπερπέραν.) MY ΜΠΑΜΠΑΣ MY ΜΠΑΜΠΑΣ MY ΜΠΑΜΠΑΣ Θα κάνετε παιδί. Με τη μάνα του Πέτεκ. (off) Κάποτε θα καταλάβεις. Ρούλα! ΡΟΥΛΑ!!! (off) Ηρέμησε παιδί μου. BARB!!! (off) Όλοι κάνουμε ό,τι ξέρουμε να κάνουμε..

193 Σ ε λ ί δ α 193 (Ανεβαίνουν βήματα Προβολέας χτυπάει από κατεύθυνση κοινού, ρίχνοντας σκιά στην Κουτσομπόλα.) (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - κλαίει στο στήθος του ΜΠΑΜΠΑ.) (Ανοίγει το πάνω μέρος της Κουτσομπόλας -καμία αντίδραση από και - εμφανίζεται το κεφάλι της BARB.) BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY BARB MY Παναγία μου. Γιατί φωνάζεις λες και σε σφάζουνε; Είναι αλήθεια; Σοβαρολογεί; Τι αν είναι Ο Μπαμπάς κι η Άννα θα Στα πε Κι εσύ δεν έχεις πρόβλημα; Τι πρόβλημα να χω; Δεν τον αγαπούσες; (σηκώνει τους ώμους) Τελείωσε. Ήσουν έγκυος. Μαζί του. Δεν σε νοιάζει ούτε λίγο; (Παύση.) BARB MY Ήτανε σαν να σπας σπυράκι. ΚΑΛΑ ΠΑΤΕ ΚΑΛΑ;! (MY κατεβαίνει στο Υπόγειο.) BARB (με δάκρυα, προς αόρατο ΜΠΑΜΠΑ) Σου το πα θα δουλέψει. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ - σκουπίζει τα δάκρυά του, κοιτά τον ΜΠΑΜΠΑ που γνέφει «ΝΑΙ» και απλώνει το χέρι του προς τη μάσκα Χωρίς να αφήνει το χέρι του πατέρα του ο ΤΟΜ αφαιρεί τη μάσκα με το άλλο. Με χέρι τρεμάμενο μετά καλύπτει τη μύτη και το στόμα του ΜΠΑΜΠΑ.) Αυτό που θέλω να σου πω πρέπει να είναι your choice το πού θέλεις να είσαι και μόνο εσύ ξέρεις ποιος είσαι. (ΠΑΡΑΘΥΡΟ το σώμα του ΜΠΑΜΠΑ σε σπασμούς. αφήνει το χέρι, ρίχνει το δικό του σώμα πάνω στον πατέρα του κρατώντας τον στο κρεβάτι. ΜΠΑΜΠΑΣ μένει ακίνητος. υποχωρεί Κοιτά βγαίνει και το φως πέφτει πάλι σε δειλινή ένταση.

194 Σ ε λ ί δ α 194 χαμογελά, σε σκέψη. gives a fatherly tap on the chin. μπαίνει. Σκουπίζει το δακρύβρεχτο πρόσωπό του και σβήνει τα κεριά μπροστά στην Αγία Βαρβάρα Ο προβολέας σε σβήνει και εξαφανίζεται. BARB υποχωρεί από Κουτσομπόλα, κλείνει το πάνω μέρος καθώς φεύγει. γυρνά προς και, κάνει προσπάθεια να χαμογελάσει καθώς η ακίνητη φιγούρα του ΜΠΑΜΠΑ σβήνει από το παράθυρο...) Bae? (προς ) Η βαλίτσα σου; (prompting) Ger. (με σεβασμό) Alexander. (προς ) Δε/ θέλω να φύγω. Δε θέλεις να έρθεις. (μπαίνοντας) Αν έχει να κάνει με το Μπαμπά-- ( πάει αριστερά σκηνής, πλάτη σε όλους.) --δεν χρειάζεται να μένεις για χάρη του καλό μου. Έχει εμένα. Κι εσύ ποιόν θα χεις; ( looks s way with concern.) Ούτε να μαγειρέψεις δεν ξέρεις καλά-καλά και τα νερά σου ποιος θα σου τα κουβαλάει μέχρι εδώ πάνω; ( κοιτά από απόσταση. πάει στον.) Tommy? Μπορώ να φύγω όποτε θέλω. Φυσικά. Είναι ακόμα ξύπνιος ο Μπαμπάς; Θέλω να του πω ότι δεν πάω πουθενά. (resting a tentative hand on s back) Tom? ( γυρνά. somehow understands, covers his mouth in shock.

195 Σ ε λ ί δ α 195 κοιτά, που αποφεύγει το βλέμμα, κοιτά τη. πλησιάζει και βάζει χέρια της σε ώμους.) Τι; Σηκώθηκε. Σε σε ζήτησε. Μίλησε; Ήπιε λίγο νερό. Είδε το φεγγάρι από το παράθυρό του. Κι έκλεισε τα μάτια του.. (χαμογελά προς, δακρυσμένος) Συγγνώμη. (προς, κλαίγοντας) Συγγνώμη. ( γραπώνει το σταυρό / αναπτήρα της, καθώς η επίγνωση του τι έκανε ο περνάει μεταξύ τους.) Oh my God. Δεν καταλαβαίνω. Πρέπει να φύγετε. Πρέπει να φύγουμε Μη χάσετε το πλοίο. Να προλάβουμε τ αεροπλάνο. Μπορούμε να μείνουμε! We should stay. ( παίρνει τις βαλίτσες και πάει για την πόρτα. Σταματά, γυρνά πίσω και πιάνει απ τους ώμους). Το σπίτι μας είναι δικό σου. Όπου και να μαστε. Πάντα. (φιλά στο μέτωπο. Μετά, προς ) Στο επανιδείν. ( βγαίνει, με βαλίτσες.) He. He must be in shock. (exiting after ) Tom? Tom! (off) ΘΩΜΑ! (του φωνάζει) Θωμά, περίμενε! (προς ) Βοήθα το Xan να πάρει τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο. Μα τι ; Γιατί; Άκου με. ( βγαίνει. Μια στιγμή μετά μπαίνει, κατατονικός.) Θα γυρίσεις, ναι;

196 Σ ε λ ί δ α 196 Να φύγετε κι εσείς. Πούλα το και φύγε. Θα μείνω κι εσείς θα γυρίσετε. Θα το αλλάξω αυτό το μέρος για να μπορείτε να γυρίσετε όλοι πίσω. Είναι το σπίτι μας εδώ. Θα κάνουμε τα καλοκαίρια μας εδώ με Geri και το Xan και το Κινέζικο μωρό σας. ( γελά μέσα στη μαυρίλα του.) Θα φέρω το μέλλον σ αυτό το νησί κι ας με σκοτώσει. ( τον αγκαλιάζει όσο σφιχτά μπορεί, ο καταρρέει και κλαίει 17 χρόνια τώρα, το μόνο που θελε εκείνος είναι να κλάψει στην αγκαλιά της και να πάρει τη συγχώρεσή της κι εκείνη το μόνο που θελε είναι να ναι ο ΤΟΜ ασφαλής ακόμα κι αν αυτό τον έπαιρνε μακριά της... Ακούγεται κόρνα πλοίου.) Φύγε. (κάνει πίσω) Σ ευχαριστώ. Για όλα. ( βγαίνει. Μια στιγμή αργότερα μπαίνει, σε σύγχυση). Τι κάνει; Πού πάει; (Κόρνα πλοίου ξανά.) Γιατί τον άφησες να φύγει; Πρέπει να πάρουμε τη γιατρό, έχουμε να κανονίσουμε πολλά Μα (Κόρνα τελευταία φορά - κοιτά προς πρώην δωμάτιο Μπαμπά. Βγάζει τον αναπτήρα / σταυρό από το λαιμό της -σα να τανε αγχόνητον ακουμπά στον πάγκο. Το χέρι της Σ ακουμπά τετράδιο το ξεφυλλίζει. κοιτά. Κάτι αλλάζει μέσα τους, μπαίνει επιτέλους στη θέση του... βγάζει το σάλι. Βαθιά ανάσα. Κρατά ισορροπία σε μια καρέκλα. I want to Έχω κάτι να

197 Σ ε λ ί δ α 197 I have something to Θέλω να ( απλώνει το ελεύθερο χέρι της σε. απλώνει χέρι προς και παγώνουν ) Το παράθυρο γεμίζει με ρόδινο φως και παίζει το flipbook animation: (Η φιγούρα ως Υπερήρωα εμφανίζεται στο μπερντέ περπατώντας. Περνάμε από φιγούρα σε κινούμενο σχέδιο που επιτρέπει μεταμορφώσεις. Πλέον μια δύναμη ρευστή, ο χαρακτήρας περνά από διάφορες μορφές και η σκιά του γεμίζει όλη την οθόνη / οπτική μας. Βλέπουμε το εσωτερικό του σύμπαν: κύματα, σχέδια Αρχαιοελληνικά, την Αργώ Το σημαντικό δεν είναι το σώμα ή η ζωή που μας τυχαίνει, μα το βάθος της ψυχής ). BLACKOUT

198 Σ ε λ ί δ α 198 ΣΚΗΝΗ / 2020 ΞΩΚΛΗΣΙ Θα Πιώ Απόψε το Φεγγάρι ντουέτο ηχογραφημένο από και ΤΟΜ. Το προστατευτικό πλαστικό πλέον λείπει. Το παράθυρο είναι η κορνίζα που κρατά μέσα της τις αναμνήσεις μας. Πρωινό φως ανάβει στον MY, καθισμένο οκλαδόν στον πάγκο, σχεδιάζοντας στο τετράδιό του. Φορά τα γυαλιά αστέρια. Μπαίνει ΠΕΤΕΚ από αριστερά σκηνής, ανεβαίνει και του χαλάει τα μαλλιά. MY το παίζει πειραγμένος μα ευχαριστιέται την προσοχή. ΠΕΤΕΚ κορδώνεται, βλέπει τη θέα. MY συνεχίζει να ζωγραφίζει, κλέβει ματιά προς ΠΕΤΕΚ. BARB μπαίνει από Κουτσομπόλα, φορώντας γυαλιά καρδιές, ανεβαίνει στα αγόρια. BARB φιλά τον MY στο μάγουλο και μετά παίρνει τον ΠΕΤΕΚ αγκαλιά. Κάνει βήμα μπροστά, χαμογελά στον ΠΕΤΕΚ που της χαμογελά. Ακουμπά τον MY στη πλάτη, του κάνει νόημα να σηκωθεί κι εκείνος το κάνει. Οι τρεις κοιτούν κάτω απ το λόφο και μετά προς το κοινό / τη θέa με δέος. MY ντροπαλά κοιτά προς ΠΕΤΕΚ που του δίνει ενθαρρυντικό νεύμα. ανοίγει την Κουτσομπόλα, στέκεται στο κατώφλι και παρατηρεί: BARB βγάζει τα γυαλιά της, πιάνει τα μαλλιά της και κάνει δυο βήματα πίσω... ΧΑΝ μπαίνει από δωμάτιο Μπαμπά, στέκεται μπροστά στην εικόνα της Αγίας Βαρβάρας. BARB παίρνει χέρι του MY, μετά και του ΠΕΤΕΚ. Καθώς τρέχουν μπροστά να πηδήξουν BLACKOUT

199 Σ ε λ ί δ α 199

200 Σ ε λ ί δ α ο Βραβείο Ντίβα Οι φίρμες Μονόπρακτο

201 Σ ε λ ί δ α 201 Πρόσωπα του έργου Ωραία Ελένη Κλυταιμνήστρα Πηνελόπη

202 Σ ε λ ί δ α 202 Σκηνικό ελεύθερο. Οι δημιουργοί μπορούν να χειριστούν όπως θέλουν την αισθητική, την εκφορά του λόγου, τη δράση. Μπαίνουν με εντυπωσιακό τρόπο οι 3 ηρωίδες στη σκηνή. Μουσική. Ίσως χορευτικό Σε όλη την παράσταση μιλούν κανονικά στο κοινό. Δεν υπάρχει τέταρτος τοίχος. Ήρθαν για να τα πουν. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Καλησπέρα, καλησπέρα σε όλες και όλους! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Σας ευχαριστούμε που ήρθατε! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Σας ευχαριστούμε που ντυθήκατε, στολιστήκατε για να έρθετε να μας ακούσετε να μας τιμήσετε. Φαντάζομαι ξέρετε ποιες ήμαστε Ναι; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Εγώ είμαι η ξακουστή Ωραία Ελένη. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Εγώ είμαι η πιστή Πηνελόπη ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και εγώ είμαι η η. ναι με ξέρετε ξέρετε τι έκανα αλλά το όνομα ξέρω είναι λιγάκι δύσκολο Κλ όχι Κλεοπάτρα, αυτή είναι φίρμα αλλά μεταγενέστερη Κλυ ται μνήστρα η σύζυγος του Αγαμέμνονα αυτόν τον μαλ ε αυτόν τον ξέρετε ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ήρθατε να ακούσετε τις ιστορίες μας. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Βέβαια τις ξέρετε πάνω κάτω τις ιστορίες μας ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ναι; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι; Αλήθεια; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ν ο μ ί ζ ε τ ε ότι ξέρετε τις ιστορίες μας ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ξέρετε αυτά που επιλέχθηκαν να μείνουν στην ιστορία ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όχι την αλήθεια ολάκερη ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αυτή που συνέφερε

203 Σ ε λ ί δ α 203 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και ξάφνου έχουμε γίνει η καθεμιά πρότυπο σε κάτι ή σύμβολο για κάτι χωρίς ουσιαστικά να είναι αυτό που θέλουμε ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ή η αλήθεια ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ή αυτό που θα έπρεπε να είναι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Άρα θα πούμε σήμερα η καθεμία τη δική της ιστορία ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Έτσι όπως τη βίωσε εκείνη ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Για να μπούνε και κάποια πράγματα στη θέση τους ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και σε άλλη βάση ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και στο σωστό μέγεθος ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πάμε τώρα να πιάσουμε μία μία να δούμε τι υπάρχει στη συλλογική μνήμη για αυτήν... ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τι ξέρετε για την καθεμιά. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τα sos δηλαδή ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Με ποια να ξεκινήσουμε; Ρωτάνε κανονικά το κοινό ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ε; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πάμε πρώτα με την «καλή» της παρέας; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Φαντάζομαι εγώ είμαι! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ε ναι! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Λοιπόν! Πηνελόπη!!! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Η πιστή Πηνελόπη! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Για πείτε αυτά που σας έρχονται στο μυαλό!

204 Σ ε λ ί δ α 204 Ρωτάνε κανονικά το κοινό και συμπληρώνουν και αυτές. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Πιστή ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ηθική γυναίκα ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άξια ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Περίμενε τον άντρα της ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Δεν τον απάτησε ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αγάπη αληθινή ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ρομαντική ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αυτό είναι αγάπη! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μπράβο της ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μπράβο μου! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αυτές είναι γυναίκες! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ωραία! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Συγχαρητήρια Πηνελόπη μου! Πάμε τώρα σε εμένα ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ωραία Ελένη ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πάμε πείτε μην ντρέπεστε ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ακόμα και τις βρισιές που σας έρχονται ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όμορφη ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άπιστη ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Παράτησε τον άντρα της ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Φταίχτρα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τόσοι πέθαναν εξαιτίας της ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Σα δε ντρέπεται

205 Σ ε λ ί δ α 205 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Πουτανί ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ωραιοπαθής ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Νάρκισσος ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ωραία, ωραία Ελένη ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Καταλάβαμε! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πάμε τώρα και σε εσένα. Κλυταιμνήστρα! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ρίχτε τώρα και σε εμένα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Σκύλα Δολοφόνα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Σκότωσε το βασιλιά ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Είχε εραστή ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Καριόλα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Καλά να πάθει που τη σκότωσε ο γιος της ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μπιτσόνι ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Υπέροχα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Είδατε πόσα ξέρετε για εμάς και τους χαρακτήρες μας; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Όλα τα ξέρετε! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Είναι όμως έτσι; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πάμε λιγάκι να δούμε τι πραγματικά έχει γίνει. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Καταρχάς να πούμε το συγγενολόι. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Εγώ και η Κλυταιμνήστρα είμαστε αδέλφια. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι, αλλά ετεροθαλή. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι, αλλά ο πατέρας μας δεν το ήξερε. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Έκανε ότι δεν το ήξερε ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αλλά όλος ο άλλος κόσμος το είχε τούμπανο.

206 Σ ε λ ί δ α 206 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Για να καταλάβετε ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Η Λήδα, η μαμά μας παντρεύτηκε τον Τυνδάρεω το βασιλιά της Σπάρτης. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Έκανε μαζί του την Κλυταιμνήστρα για αρχή ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αλλά επειδή ήταν κούκλα ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Την ερωτεύτηκε ο Δίας ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ο οποίος ως γνωστόν ήταν ατακτούλης ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : και του άρεσε και το role play ΠΗΝΕΛΟΠΗ: Να μεταμορφώνεται στο σεξ ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μια έγινε χρυσή βροχή με τη Δανάη. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Μια ταύρος με την Ευρώπη ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ε, με τη μαμά έγινε κύκνος ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και καλά κύκνος πληγωμένος που η μαμά τον είδε, τον λυπήθηκε και τον πήρε αγκαλιά να τον φροντίσει ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ακούστε τι λέει η Wikipedia για αυτό το περιστατικό: «Συγκεκριμένα η κύρια επουράνια δύναμη, ο Δίας, προκειμένου να κατακτήσει την όμορφη Λήδα μεταμορφώνεται σε λευκό κύκνο σκηνοθετώντας καταδίωξή του από αετό που είχε μεταμορφωθεί η θεά Αφροδίτη, ανθρωπόμορφη έννοια της ωραιότητας. Αντικρίζοντας η Λήδα τον καταδιωκόμενο λευκό κύκνο τον πήρε αμέσως στην αγκαλιά της. Από τη συνεύρεση αυτή η Λήδα γέννησε δύο αυγά όπου μετά εννέα μήνες εκκόλαψης από το ένα γεννήθηκαν οι λαμπροί Διόσκουροι και από το άλλο η πανέμορφη Ελένη. Στη διάρκεια της εν λόγω συνεύρεσης της Λήδας με τον ουράνιο κύκνο αυτή είχε μεταμορφωθεί σε χήνα.» ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τώρα και εμείς έχουμε απορίες αλλά ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αυτά είναι τα γεγονότα ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Άρα είμαστε αδερφές και έχουμε και 2 δίδυμα αδέλφια τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, τους Διόσκουρους. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μέχρι εδώ το έχουμε καταλάβει;

207 Σ ε λ ί δ α 207 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Επίσης εγώ είμαι ξαδέρφη των κοριτσιών. Γιατί ο μπαμπάς τους, ο Τυνδάρεως ήταν αδερφός με το μπαμπά μου τον Ικάριο που ήταν και συμβασιλέας με το θείο μου στη Σπάρτη. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Όλες μαζί μεγαλώσαμε! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Συνεχίζουμε! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Τα αδέλφια Μενέλαο και Αγαμέμνονα τα ξέρετε ναι; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αλίμονο! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι! Ο Αγαμέμνονας και ο Μενέλαος είναι αδέλφια ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τότε μπορούσαν αδέλφια να παντρευτούν αδερφές ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Οπότε όπως ξέρετε εγώ παντρεύτηκα το Μενέλαο ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και εγώ τον Αγαμέμνονα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και εγώ τον Οδυσσέα. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πώς φτάσαμε όμως εκεί; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Λοιπόοοονννν ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο Μενέλαος και ο Αγαμέμνονας είναι παιδιά του Ατρέα του Βασιλιά των Μυκηνών ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ο Αγαμέμνονας ως μεγαλύτερος ήταν λοιπόν νόμιμος διάδοχος για το θρόνο των Μυκηνών ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όταν λοιπόν πέθανε ο Ατρέας ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Από το χέρι του Αίγισθου ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Κρατήστε το όνομα θα το ξανακούσετε ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αφού λοιπόν ο Ατρέας δολοφονήθηκε από τον Αίγισθο ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Νόμιμος βασιλέας ήταν ο Αγαμέμνονας ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο διάδοχος ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αλλά ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο αδερφός του μπαμπά τους, δηλαδή ο αδερφός του Ατρέα, δηλαδή ο θείος τους, ο Θυέστης, πήρε το θρόνο και έγινε αυτός βασιλιάς. Ο Αγαμέμνονας

208 Σ ε λ ί δ α 208 και ο Μενέλαος από φόβο μήπως τους καθαρίσει ο θείος για να μην είναι παράνομα βασιλιάς αλλά νόμιμα, έφυγαν από τις Μυκήνες και ζήτησαν καταφύγιο στη Σπάρτη για να οργανώσουν τον εγκέφαλό τους να δουν τι θα κάνουν ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Στη Σπάρτη ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Στον Τυνδάρεω ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Στο σπίτι μας δηλαδή ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άρα εγώ και η Ελένη είμαστε σε επαφή με τον Αγαμέμνονα και το Μενέλαο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ως εδώ καλά; Έχουμε απορίες; Διαδραστικό με κοινό. Οι ηθοποιοί θα ήταν καλό να έχουν κάνει έρευνα πάνω στο γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ωραία! Συνεχίζουμε! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όταν έρχονται στο παλάτι ο Αγαμέμνονας με τον Μενέλαο, ο Αγαμέμνονας αμέσως με προσεγγίζει αλλά εγώ ήμουν ήδη παντρεμένη με τον Τάνταλο, έναν υπέροχο άντρα και μάλιστα έχω κάνει και ένα μωράκι. Άρα τι ήταν λογικό να κάνει ο Αγαμέμνονας; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πάμε απαντήσεις Διαδραστικό με κοινό. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όταν βλέπεις μια γυναίκα, την ερωτεύεσαι ακαριαία αλλά αυτή δε σε θέλει, είναι με άλλον και έχει ένα παιδάκι τι κάνεις αν είσαι αυτός ο άντρας; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Δείχνεις τον έρωτά σου αλλά ξέρεις ότι είναι αδιέξοδο; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αποδέχεσαι ότι άργησες και πας παρακάτω; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Στεναχωριέσαι αλλά έτσι είναι η ζωή τι να κάνουμε; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μάλιστα αυτά θα ήταν τα λογικά Τι έκανε όμως ο Αγαμέμνονας;

209 Σ ε λ ί δ α 209 ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τι; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Τι έκανε; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Σκότωσε τον άντρα μου, σκότωσε το παιδί μου, με βίασε και με το έτσι θέλω με πήρε για γυναίκα του με τη σύμφωνη γνώμη της οικογένειάς μου διότι ο Αγαμέμνονας ήταν ο νόμιμος βασιλιάς των Μυκηνών, ο ανώτερος όλων και είχε το δικαίωμα να πάρει όποια θέλει και τι τύχη ήταν αυτή για εμένα έλεγαν όλοι να με διαλέξει ο μέγας, ο καλύτερος, ο πρώτος των πρώτων για γυναίκα τι τύχη ε; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τύχη να σκοτώνουν αυτόν που θες ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Τύχη να σκοτώνουν το παιδί σου ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τύχη να σε βιάζουν μετά από όλα αυτά ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τύχη να σε παντρεύουν με αυτόν που τα έκανε όλα αυτά ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τύχη να είσαι η γυναίκα του μεγάλου βασιλιά.. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μεγάλη τύχη πραγματικά. Παύση ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και παρ όλα αυτά και στις Μυκήνες πήγες ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και άξια σύζυγος ήσουν ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και τέσσερα παιδιά του έκανες ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Την Ιφιγένεια, την Ηλέκτρα, τη Χρυσόθεμη και τον Ορέστη Ναι μια όμορφη βασιλική οικογένεια ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και πάμε τώρα στην Ελένη ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Εγώ, η ωραία Ελένη. Ναι, ήμουν όμορφη από μικρή. Ευχή και κατάρα. Ήμουν τόσο όμορφη που όλοι μόνο αυτό έβλεπαν. Ένα όμορφο πλάσμα. Το ομορφότερο. Ένα τρόπαιο. Είναι ωραίο να είσαι ωραία αλλά ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Δεν έχει «αλλά». Η ομορφιά είναι μεγάλο προτέρημα και η ευθύνη για όλα τα δεινά σου δεν είναι αυτό. Έχουν ευθύνη και οι άλλοι. Με ποιο δικαίωμα κύριε την ορίζεις χωρίς τη βούλησή της σαν να είναι βραβείο; Όλοι έτσι σου φέρθηκαν. Ακόμα και ο Πάρης που ερωτεύτηκες ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πάμε από την αρχή να τα εξηγήσουμε ξαδέρφη

210 Σ ε λ ί δ α 210 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Να πάμε. Και να τα πούμε. Γιατί η αδερφή μου είναι βασανισμένο πλάσμα. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Από τα 12 άρχισαν τα μπλεξίματα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Από τα 12 ο ξάδελφός της την απήγαγε για να την κάνει γυναίκα του. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ο Εναρφόρος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αφού γλίτωσε από εκεί, να σου ο πενηντάρης ο Θησέας!Τη βλέπει να χορεύει σε έναν ναό, τη λιγουρεύεται, μαθαίνει ότι είναι και κόρη του Δία Η μικρή είναι μόλις 15 χρονών κοπελίτσα. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και με το έτσι θέλω, και αυτός γιατί ήταν βασιλιάς την αρπάζει και την πάει στη μάνα του που ήταν ιέρεια στην Αθήνα να την κρατήσει και όταν μεγαλώσει να την παντρευτεί. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Γιατί έτσι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Γιατί μπορούσε ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Γιατί ήταν βασιλιάς ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο πενηντάρης με το 15χρονο κοριτσάκι, που απλά το άρπαξε! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Γιατί ήταν πολύ όμορφο. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ευτυχώς τα αδέλφια μας ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης έκαναν πόλεμο με τη Αθήνα και τη έφεραν πίσω ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο πρώτος πόλεμος για χάρη της... ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Χωρίς να φταίω ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και για τον άλλο δεν έφταιγες, θα τα πούμε και αυτά.και αφού έρχεται επιτέλους σοκαρισμένο το μικρό στο σπίτι αρχίζει να απλώνεται η φήμη της. Είχε φτάσει σε ηλικία γάμου και όλοι οι λεβέντες ήθελαν να παντρευτούν την Ωραία Ελένη. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ήταν κολακευτικό αλλά και τρομακτικό συνάμα γιατί άρχισε όλο αυτό να μην είναι απλά μια ερωτική ιστορία αλλά ένα πολιτικό θέμα και μάλιστα πολύ επικίνδυνο για την ίδια τη Σπάρτη. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο Τυνδάρεως είχε μεγάλο θέμα. Πώς να διαλέξει κάποιον και πώς να απορρίψει τους άλλους; Όλοι βασιλιάδες! Θα διάλεγε έναν και θα είχε αμέσως όλους τους υπολοίπους εχθρούς. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και μιλάμε για 45 παλικάρια

211 Σ ε λ ί δ α 211 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Να άμα γκουγκλάρετε θα τα δείτε τα ονόματα. Η Πηνελόπη γκουγκλάρει και λέει τα ονόματα. Σε κάθε όνομα κάνουν και κάποια αντίδραση, μορφασμό. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Βάσει των παραπάνω καταλόγων μνηστήρες της Ωραίας Ελένης αναφέρονται οι ακόλουθοι (κατ αλφαβητική σειρά): Αγαπήνορας ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μα όνομα είναι αυτό; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αυτός ήταν και μέσα στο Δούρειο Ίππο, τον πήρε το ματάκι μου ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αγκαίος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αργοναύτης! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αίας ο Λοκρός ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αυτός είναι ο γνωστός Αίαντας; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όχι, αυτός είναι μετά. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Α! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αυτός ήταν τρομερός μαχητής, άψογος ακοντιστής και απίστευτα ταχύς αν και μικρόσωμος. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αίας ο Τελαμώνιος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αυτός είναι ο γνωστός Αίαντας; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τι ωραίος που ήταν! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ναι! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Γίγαντας! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πελώριος! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και καλό παιδί. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μετά τον Αχιλλέα ήταν ο καλύτερος πολεμιστής!

212 Σ ε λ ί δ α 212 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αλλά το αδικήσανε το παιδί ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δώσανε τα όπλα και την πανοπλία του Αχιλλέα στον δικό σου ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Οδυσσέα ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ε ναι, τιμητικά γιατί δική του ιδέα ήταν ο Δούρειος Ίππος! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Καλά της Αθηνάς ήταν η ιδέα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι αλλά αυτός το ξεστόμισε! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μη μαλώσουμε πάλι για αυτό Ναι και επειδή το αδικήσανε το παιδί, αυτός θύμωσε και έκανε καυγά και για αυτό η Αθηνά τον έκανε να τρελαθεί, να αφηνιάσει και να αυτοκτονήσει ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Της έθιξε της Αθηνάς τον Οδυσσέα της ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ε του είχε αδυναμία, τώρα θα τα βάλεις και με τη θεά; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μη μαλώνετε πάλι! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Σωστά. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Κρίμα το παλικάρι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και ήταν τόσο ωραίος ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Γίγαντας! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Πελώριος! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και καλό παιδί! Ξεφυσάνε ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αλκμαίων. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αχ αυτό το παιδί βασανισμένο

213 Σ ε λ ί δ α 213 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι, βλέπω εδώ, μητροκτονία, ερινύες άστα ένα δράμα συνεχίζω Αμφίλοχος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αδερφός του προηγούμενου! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Χάλια οικογένεια! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μα καλά και ο ένας και ο άλλος; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ε άμα είχες περιουσία για γαμήλια δώρα γραφόσουν κατευθείαν στη λίστα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Βασιλιάς και αυτός ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ναι αλλά δευτερότοκος, που πας αγόρι μου; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι, αλλά ήταν και μάντης! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και τι να το κάνεις; Δε θέλω να ξέρω τα πάντα, θέλω να υπάρχει σασπένς. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Να ξέρει δηλαδή τι κάνω και πότε θα λέω ψέματα; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μάντης για τα μελλούμενα ήταν όχι ο Δίας ο ίδιος! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Α πα πα δε θέλω εγώ τέτοια! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι και έπεσες σε άλλο κελεπούρι εσύ! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όλοι κελεπούρια ήταν οι δικοί μας ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αμφίμαχος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μυθικός βασιλιάς της Ήλιδας και της Ωλένου! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Πού ήταν αυτά; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Κοντά στην Πάτρα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ξάδελφος του Θάλπιου ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ποιος ήταν αυτός; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ξάδερφος του Αμφίμαχου λέμε ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Την κολοκυθιά θα παίξουμε;

214 Σ ε λ ί δ α 214 ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ήταν και αυτός μνηστήρας μου, υποψήφιος τον θυμάμαι γιατί και αυτόν τον πήρε το ματάκι μου στο Δούρειο Ίππο. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όταν φτάσουμε στο Θ να τον προσπεράσεις. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αντίοχος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αντίοχος; Αυτός ποιος ήταν; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δεν τον θυμάμαι καθόλου ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άκλαυτος πήγε αυτός! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Α στο google έχει πολλά αλλά ποιος να ήταν από όλους; Κοιτάνε όλες το google. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ας πούμε ότι ήταν αυτός ο απόγονος του Ηρακλή ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ασκάλαφος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ακόμα στο Α ήμαστε καλά κρασιά! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ε τι να κάνουμε την έχουμε μεγάλη τη λίστα με τα ονόματα Ναι και όλοι αυτοί με ερωτεύτηκαν και καλά ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μην κλαίγεσαι! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Κλαίγομαι! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Κλάψου κορίτσι μου, κλάψου! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μα Ασκάλαφος, τι όνομα; Είναι δυνατόν να έπαιρνες έναν άντρα που να τον έλεγαν Ασκάλαφο; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Καλά και το δικό σου Κλυταιμνήστρα δεν είναι και το καλύτερο! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τι ήταν αυτός; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αργοναύτης! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Διομήδης. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Α φτάσαμε στο Δ!

215 Σ ε λ ί δ α 215 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Είδες μόνο να γκρινιάζεις ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αχ και αυτός ήταν λεβέντης ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Σαν τον Αίαντα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι και έκανε παρέα και με τον δικό σου ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Οδυσσέα τον λένε! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι τον Οδυσσέα τον έξυπνο.. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ήταν έξυπνος ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Σταματήστε! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ο Διομήδης λοιπόν ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ήταν ανιψιός του Ηρακλή! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άντε! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Έχει σχέση με αυτόν που είχε τα περίφημα άλογα του Διομήδη; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όχι αυτός ήταν άλλος, γιος του Άρη που είχε τα άλογα από τον άθλο του Ηρακλή ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Που ο Ηρακλής ήταν θείος του δικού μας Διομήδη ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ναι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όλοι πάνω κάτω μια οικογένεια είμαστε! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ε οι sos οικογένειες συγκεκριμένες είναι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ελεφήνορας. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μα τι όνομα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τι λες! Σημαίνει "ο ανδρείος καταστροφέας!" ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μάλιστα ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Αλλά ήταν λιγάκι μπουνταλάς αυτός

216 Σ ε λ ί δ α 216 ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Γιατί; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ε τι γιατί; Γιατί πήγε λέει να μαλώσει με ένα δούλο και κατά λάθος σκότωσε το βασιλιά και παππού του! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Α καλά! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Επίστροφος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μμμ μελλοντικός βασιλιάς της Φωκίδας! Ήταν και αυτός με το αδερφάκι του παρέα, τον Σχεδίο. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όταν φτάσουμε στο Σ να τον προσπεράσεις. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ήρθαν μαζί να έχουν συντροφιά μη βαρεθούν! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Εύμηλος, "αυτός που έχει πολλά πρόβατα" ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και βοσκοί ήρθαν ; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όχι καλέ, η ετυμολογία του ονόματος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αυτός ήταν Ηγεμόνας των Φερών, Βοίβης, Ιωλκού και Γλαφυρών ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ευρύπυλος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Θεσσαλός ήρωας και αυτόν τον πήρε το ματάκι μου στον Δούρειο Ίππο ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Θάλπιος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τον είπαμε! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Εμένα οι μνηστήρες ήταν 108..ελπίζω να μην τους πούμε όλους! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Θα φτάσουμε και σε εσένα περίμενε! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Θόας. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Α αυτός ήταν γιός της Γόργης! Πολεμίστρια! Αδερφή της γυναίκας του Ηρακλή! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και αυτόν τον πήρε το μάτι μου στον Δούρειο Ίππο Υπάρχει και μια φήμη για τον δικό σου και την κόρη του ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Οδυσσέα τον λένε.. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι αυτόν

217 Σ ε λ ί δ α 217 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Από φήμες έχουμε ακούσει πολλά όσο εγώ ήμουν πιστή για 20 χρόνια Ιαλμένος, "αυτός που ορμά με μανία στη μάχη". ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Γιος του Άρη!!! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ιδομενέας. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Βασιλιάς της Κρήτης! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ωραία η Κρήτη! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Εγγονός του Μίνωα! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άντε! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ξακουστός στο Δόρυ ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Κλύτιος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου λέει κάτι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Δε βρίσκω κάτι ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου θυμίζει τίποτα ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άκλαυτος και αυτός ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Λεοντέας. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου λέει κάτι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Δε βρίσκω κάτι ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου θυμίζει τίποτα ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άκλαυτος και αυτός ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Λήιτος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αργοναύτης! Τον έφαγε ο Έκτορας ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Λυκομήδης. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Α αυτός έχει ψωμί ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Για πες ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Σε αυτόν έδωσε η Θέτιδα τον Αχιλλέα για να τον προστατεύσει

218 Σ ε λ ί δ α 218 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Από τι; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ε είναι μεγάλη ιστορία, ψάξτο μόνη σου άλλη στιγμή ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και καθώς λέει έπαιζε με μια από τις κόρες του, την άφησε έγκυο ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αααααα, ωραία παιχνίδια ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Επίσης αυτός λένε έσπρωξε το Θησέα από την άκρη του γκρεμού και σκοτώθηκε. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Καλά του έκανε του γέρου! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ελένη! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι όταν με απήγαγε καλά ήταν ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μαχάων. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αχ ναι!! Τι καλό παιδί! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ήταν εκεί και ο αδερφός του ο Ποδαλείριος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Όταν φτάσουμε στο Π να τον προσπεράσεις. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μορφωμένα παιδιά, καλλιεργημένα, γιατροί και οι δυο, γιοί του Ασκληπιού! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μέγης. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : «μέγιστος», «μεγαλόσωμος»! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Η μαμά του λέει ήταν αδερφή του Οδυσσέα μου ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Είχε τόσο μεγάλη αδερφή; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ναι Μενέλαος ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Tο φαβορί! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μενεσθέας, σφετεριστής του θρόνου της Αθήνας. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι όταν με έκλεψε ο Θησέας που ήταν βασιλιάς της Αθήνας μετά κατέβηκε για κάτι περιπέτειες στον Άδη και τα αδέλφια μου έβαλαν στο θρόνο το Μενεσθέα και αυτόν τον πήρε το μάτι μου στον Δούρειο Ίππο.

219 Σ ε λ ί δ α 219 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μηριόνης. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Κρητικός, ωραίο παιδί! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Νηρέας. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου λέει κάτι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Δε βρίσκω κάτι ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου θυμίζει τίποτα ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Άκλαυτος και αυτός ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Οδυσσέας, ναι ήταν και ο δικός μου εκεί ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Μπα τώρα δε λες το όνομα ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Θα τα πούμε τα χαΐρια του και σε αυτήν την ιστορία με τους μνηστήρες σου ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πάτροκλος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ο ξάδερφος του Αχιλλέα; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Μμμμ. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πηνέλεως. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αργοναύτης! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ποδαλείριος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ο γιατρός, τον είπαμε. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ποδάρκης. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ικανός δρομέας ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πολύξενος. Άκου εδώ τώρα αυτός ήταν υποψήφιος για εμένα Πήγε στον τρωικό πόλεμο για λίγο και μετά ήρθε για μνηστήρας σε εμένα. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Επαγγελματίας μνηστήρας.

220 Σ ε λ ί δ α 220 ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πολυποίτης. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τον πήρε το ματάκι μου στον Δούρειο Ίππο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πρόθοος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Γιος του Τενθηδρόνα! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μα τι ονόματα σε αυτήν την οικογένεια! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Πρωτεσίλαος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Αχ αυτό το παλικάρι τι κρίμα.. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Τι; ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Είχαν οι Έλληνες χρησμό ότι ο πρώτος που θα πατούσε το πόδι του στην Τροία θα χανόταν και προσφέρθηκε αυτός ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Καλός μαλά. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ήρωας! Ήρωας! ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ναι, ήρωας με αυτοκτονικές τάσεις ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Όλοι οι ήρωες έχουν αυτοκτονικές τάσεις ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ας μην πιάνουμε τώρα τέτοια ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Όχι να πιάσουμε! Τι δουλειά είχε το παλικαράκι δυο μέτρα στην Τροία να έρθει να με πάρει; Τι δουλειά είχαν όλοι αυτοί στην Τροία; Προστάτες στο μουνί μου τους έβαλα; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Ηρέμησε! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Όχι δεν ηρεμώ. Ήθελα να φύγω και έφυγα. Έχω το δικαίωμα να είμαι με όποιον θέλω. Τι δουλειά είχαν όλοι αυτοί εκεί; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Θα τα πούμε αφού είχαν δώσει όρκο ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ερήμην μου όλα! 45 μνηστήρες και αποφάσισε ο πατέρας μου ποιον να πάρω, με ποιον θα ζήσω εγώ. Πού είμαι εγώ αδερφή σε όλα αυτά; Όλα αυτά τα παλικάρια ήρθαν να παντρευτούν εμένα και εγώ να κάθομαι αμίλητη σαν άγαλμα. Να μου πουν ποιον θα παντρευτώ, τι θα κάνω Και όταν έκανα για πρώτη φορά αυτό που ήθελα όλοι με το στανιό να έρθουν να με πάρουν να με πάνε πού; Πού; Άμα ήθελα δεν ήξερα το δρόμο να γυρίσω; Όχι ακούω τόση ώρα τα παλικάρια αυτά τα πιο πολλά ήταν στον Τρωικό πόλεμο. Πέθαναν από μια ανοησία, από

221 Σ ε λ ί δ α 221 έναν ανούσιο όρκο που έδωσαν να στηρίξουν αυτόν που θα έπαιρνα στο τέλος για άντρα. Γιατί; Γιατί να τον στηρίξουν; Και γιατί εγώ να μην κάνω αυτό που θέλω; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Ηρέμησε, θα τα πούμε! Κάτσε να τα πάρουμε με τη σειρά ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Πόσοι έμειναν ακόμα; ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Λίγοι Όταν μιλάει η Ελένη μέχρι να τελειώσουν οι μνηστήρες μιλάει γρήγορα να τελειώνουν όσο γίνεται πιο σύντομα, της είναι δυσάρεστο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Σθένελος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Δε μου λέει κάτι Δε βρίσκω κάτι Δε μου θυμίζει τίποτα Άκλαυτος και αυτός ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Σχεδίος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τον είπαμε, αδελφός του Επίστροφου. Τον έφαγε ο Έκτορας ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Τεύκρος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ο καλύτερος τοξότης. Τον πήρε το μάτι μου στον Δούρειο Ίππο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Τληπόλεμος. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Μα τι όνομα! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Γιός του Ηρακλή, βασιλιάς στη Ρόδο. Σκοτώθηκε στον Πόλεμο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Φείδιππος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Εγγονός του Ηρακλή, βασιλιάς στην Κω. Τη γλίτωσε. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Τον ατελείωτο έχουν! ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Φήμιος. ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Τραγουδιστής. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Καλέ αυτός ήταν ο τραγουδιστής που είχαμε στην Ιθάκη!Πώς ξέμεινε στη λίστα! Τι να πω; Και τέλος..φιλοκτήτης

222 Σ ε λ ί δ α 222 ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Α, αυτός έγινε και τραγωδία από τον Σοφοκλή! Λοιπόν, θα πω δυο λόγια. Ο Φιλοκτήτης ήταν άριστος στο τόξο. Κάποια στιγμή λοιπόν τυχαία συναντά τον Ηρακλή και το γιο του τον Υλλο που δίσταζε να ανάψει τη φωτιά για να τον κάψει και να τελειώσει το μαρτύριό του. Τότε τη φωτιά άναψε ο Φιλοκτήτης και ο Ηρακλής του έδωσε τα όπλα του. Καθώς λοιπόν πήγαιναν στην Τροία μετά από χρόνια δαγκώνει ένα φίδι το Φιλοκτήτη και αρρωσταίνει βαριά. Το φίδι δωράκι από την Ήρα γιατί βοήθησε στον Ηρακλή. Τον παρατάνε λοιπόν σε ένα νησί γιατί δεν μπορεί να ακολουθήσει. Μα έλα που βγαίνει χρησμός ότι από τα όπλα του Ηρακλή που έχει ο Φιλοκτήτης θα πέσει η Τροία και πάει ο δικός σου ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Οδυσσέας ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι αυτός πάει ξανά σαν βρεγμένη γάτα να βρει το Φιλοκτήτη που τον παρατήσανε στο νησί ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Και ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Και να πας να δεις την παράσταση δεν θα κάνω spoiler! Όλα αυτά τα παλικάρια λοιπόν στη λίστα για γαμπροί. Να διεκδικούν εμένα όχι γιατί ήμουν καλός άνθρωπος, γιατί ήμουν αξιαγάπητη, αλλά γιατί ήμουν όμορφη, τρόπαιο. ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Να πούμε τελικά τι έγινε και τι είναι αυτός ο όρκος; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Έχουμε μπερδέψει το κοινό ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Λοιπόν ο δικός σου ΠΗΝΕΛΟΠΗ : ΟΔΥΣΣΕΑΣ!!! ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι αυτός αφού την ψυλλιάστηκε ότι δεν είχε ελπίδα καμιά ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Και αφού με είδε και με ερωτεύτηκε... ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι και αυτό ΠΗΝΕΛΟΠΗ : Να μην ξεχνιόμαστε ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ : Ναι ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ : Αφού λοιπόν κατάλαβε ότι δεν θα έπαιρνε την Ελένη, αφού είδε την ανιψιά του Τυνδάρεω και του άρεσε και αφού έβλεπε μπροστά τον κίνδυνο ενός σχεδόν εμφυλίου για το ποιος θα πάρει την Ελένη, είπε στον Τυνδάρεω την εξή&sigma